Ο Μπαρπαλιάς ο Κοντογιώργος .
Τον Μπαρπαλιά είχα την τιμή και την τύχη να τον έχω γείτονα και να τον ξέρω καλά.
Ήταν ένας άνθρωπος ήσυχος στωικός σεβάσμιος και με πολύ υψηλό μορφωτικό επίπεδο για την εποχή του.
Κατά την γνώμη μου ,στο χωριό, ήταν ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του και όχι μόνο.
Ήταν πολύ καλός συζητητής ήξερε να σε ακούει να σκέπτεται αυτά που του έλεγες δεν σε απόπαιρνε ποτέ και πάντα σου απαντούσε με εκείνη την χαρακτηριστική σοφία και στωικότητα που τον διέκρινε.
Με τον Μπαρπαλιά καθόμασταν με τι ώρες και συζητούσαμε διάφορα θέματα, για την Λυγαριά , για τους Σαρακατσαναίους, για τους προγόνους μας και για την ζωή γενικότερα. Ποτέ δεν μου αρνήθηκε να συζητήσουμε οποιαδήποτε θέμα όσο βαρύ, σοβαρό και προσωπικό και αν ήταν και πάντα στο τέλος έκανε μια προσωπική εκτιμήσει για το θέμα της συζήτησης ,που πάντα την έπαιρνα υπόψη μου.
Ο Μπαρπαλιας αν και μεγάλος σε ηλικία σαν άνθρωπος ήταν πολύ ενημερωμένος για τα θέματα της σημερινή εποχής.
Καποτε σηναντιθηκαμε στην Αθήνα στον σταθμό Λαρίσης ανεβαίνοντας και οι δυο για την Λαμία. Κάθονταν με την γυναίκα του την Κυρα Λένη σε ένα τραπέζι και συζητούσαν. Τους πλησίασα και τους χαιρέτισα, χαρήκανε τόσο πολύ που βρήκαν έναν χωριανό τους στην πρωτεύουσα που έκαναν σαν μικρά παιδιά . Ιδικά ο Μπαρπαλιας έκανε λες και ήταν έφηβος . Τις επόμενες τρεις ώρες που κρατείσαι το ταξίδι ,συζητήσαμε ,καλαμπουρίσαμε ,γελάσαμε , και στο τέλος άρχισε να μολογάει παλιές ιστορίες, για τα πρόβατα για τις στάνες για τους προγονούς του για τον παππού μου για την Λυγαριά κλπ. Για ποτέ φτάσαμε στην Λαμία δεν το καταλάβαμε.
Τον θυμάμαι που ανεβοκατέβαινε πάνω κάτω στην στράτα με την γλίτσα στη μασχάλη και πήγαινε στο μαντρί που είχε στην άκρη του χωριού.
Μια μέρα όπως ανέβαινε στη στράτα πιάσανε συζήτηση με τον αδερφό μου τον Κώστα και τον ρωτάει ο αδερφός μου:
-Μπαρπαλιά πόσο χρονών είσαι;
Ο Μπαρπαλιάς τον πλισιασε στο αφτί και κάτι του είπε και συνέχισε την πορεία του.
Ο αδερφός μου τα έβαλε στα γέλια.
Ρώτησα τον αδερφό μου τι του απάντησε.
Του είπε ότι είναι 83 αλλά το λέω σιγά στο αυτί σου για μη το ακούσει ο θεός και τον θυμηθεί και τον πάρει.
Ο Γερομήτρος ο Καζανής
Πιστεύω ότι η πλέων χαρακτηριστική φυσιογνωμία των παιδικών μας χρόνων για τα παιδιά του πέρα μαχαλά ήταν ο Γερομήτρος ο Καζανής .
Τι να πρωτοθυμηθεί κάποιος για τον σεβάσμιο γέροντα.
Καταρχάς ήταν ο αγαπημένος φίλος όλων των παιδιών. Με τα αστεία του, τα καλαμπούρια του και πάνω απ’ όλα τα σατιρικά του στιχάκια είχε κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό όλων μικρών και μεγάλων.
Θυμάμαι επίσης πώς όταν Γερομήτρος έβγαινε βόλτα τρέχαμε όλοι με χαρά από πίσω του.
Θα πρέπει να ήμουν πέντε ετών και με την παρέα μας βγαίναμε έξω από το χωριό ,από τον δρόμο που οδηγούσε στην Καμζόραχη . Λίγο πιο πάνω από το σπίτι του Κώστα του Παντζά στον ίσκιο μιας καναπίτσας ήταν ξαπλωμένος ο Γερομήτρος. Όλο χαρά τον πλησιάσαμε όλα τα λιανοπαίδια και τον παρακαλέσαμε να μας πει ένα τραγούδι.
Και σεβάσμιος γέροντας χαμογελώντας μας είπε το παρακάτω.
Στην καλύβα μ’ ου καημένους
ήμουνα σιγουρεμένος,
φύλαγα τα κερασάκια ,
μην τα φαν’ τα κοριτσάκια.
Έστησα ένα σιδεράκι
πιάνου μια απ’ του πουδαράκι.
Την τραβάου στην καλύβα
σκούζει βα’ζει σαν την γίδα.
Έφτασαν πεντέξι χήρες
μολου με τις φορτωτήρες.
Έφτασε και μια χοντρή.
Μούκανε τα κόκαλα μου
μαλακά σαν την κοιλιά μου.
Άλλη μια συνήθεια του σεβάσμιου γέροντα ήταν η χαρακτηριστική στάση που έπαιρνε όταν έπινε τον καφέ του.
Καταρχάς ήταν πάντα με το χαμόγελο στο στόμα ,θυμάμαι όταν επισκεπτόταν τα διάφορα νοικοκυριά και τον ρώταγαν οι νοικοκυρές : θα πιεις καφέ Μπαρπαμήτρο χαμογελώντας της έλεγε να τον φτιάξει. Και όταν του έφερναν , έβαζε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και τοποθετούσε το φλιτζάνι με τον καφέ πάνω στο γόνατο του. Και σιγά –σιγά τον έπινε και με το χαμόγελο πάντα στο στόμα μολόγαγε τα δικά του.
Αξέχαστος γέροντας
Ο Θωμάς ο Καραχρήστος.
Ο Θωμάς ο Καραχρήστος ήταν ένας από τους πιο συμπαθείς γέροντες του χωριού μας.
Του άρεσε πάρα πολύ να ασχολείται με τα φυτά και τα δέντρα και επίσης ήθελε να είναι πάντα σε επαφή με τη φύση.
Επίσης του άρεσε πάρα πολύ να φτιάχνει κρασί. Μάλιστα το κρασί του ήταν ένα από τα καλύτερα γιατί το έφτιαχνε με
πολύ μεράκι και προσοχή και αυτό να φαινόταν στη γεύση του κρασιού. Ενας άλλος λόγος που ήταν πολύ συμπαθείς στο
χωριό ήταν ότι φρόντιζε με όλη του την ψυχή το εκκλησάκι του χωριού μας την Παναγία. Είχε φυτέψει όλων των ειδών
τα δέντρα και είχε ομορφήνει πάρα πολύ τον τόπο. Είχε φροντίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια και πραγματικά το
εκκλησάκι αυτό είναι το στολίδι του χωριού μας.
Ο παππούς ο θωμάς ήταν πολύ εργατικός άνθρωπος. Δούλευε στα χωράφια μέχρι τα τελευταία του και πάντα με πάρα πολύ
ζήλο. Δεν άφηνε κανένα να κάνει τις βαριές δουλειές για να μην κουράστει! Ήθελε να μην κουράζει τους δικούς του ανθρώπους για να τους έχει μετά ξεκούραστους για να πιούνε τα κρασάκια τους!
Είχε πολεμήσει στον πόλεμο με τους Ιταλούς στα ελληνοαλβανικά σύνορα και μάλιστα θυμάμαι όταν ήμουνα μικρός τον έβλεπα να σκεπάζει τα πόδια του με μία κουβέρτα καθώς καθόταν στον καναπέ. Όταν τον ρωτούσα γιατί σκέπαζε τα πόδια του, μου έλεγε ότι του είχε μείνει κουσούρι από τον πολεμο στα χιόνια και έλεγε χαρακτηριστικά ότι << άξιζε τον κόπο γιατί τους φάγαμε! >>.
Οι περισσότεροι από τον χωριό μας θα τον θυμούνται να πηγαίνει στη Λαμία με το λεωφορείο για ψώνια κάθε Σάββατο
και μετά να κάθεται στο καφενείο. Επίσης κάθε Κυριακή ήταν στην εκκλησία και βοηθούσε και κάθε φορά που έφτανε το Πάσχα
έβαζε μύρο και έδινε βάγια στους χωριανούς.
Του άρεσαν πάρα πολύ τα δημοτικά τραγούδια και όποτε άκουγε ένα ξεκινούσε να το τραγουδάει! Θυμάμαι ότι το αγαπημένο του ήταν αυτό που έλεγε για την ανθισμένη αμυγδαλιά. Καθόταν ώρες ατελείωτες και ακούγε τέτοια τραγούδια! Ο παππούς ο Θωμάς ήταν ένας άνθρωπός αυθόρμητος και πολύ ζεστός με τους γύρω του. Θα τον θυμάμαι για πάντα γιατί όταν γερνούσε δεν το έβαζε κάτω και σπάνια γκρίνιαζε για κάτι αλλά προσπαθούσε πάντα να απολαμβάνει αυτά που διαθέτει._
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου