Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ
Μια φορά και ένα καιρό σε ένα μακρινό Βασίλειο ζούσε ένας βασιλιάς με την βασίλισσα του και είχαν μία πολύ όμορφη κόρη , που ήταν τόση όμορφη που την φωνάζανε πεντάμορφη. Η πεντάμορφη μεγάλωνε ευτυχισμένη στο παλάτι μαζί με τους γονείς της και τους αυλικούς ώσπου έφτασε σε ηλικία γάμου . Τότε ο βασιλιάς έστειλε τελάληδες σε όλο το Βασίλειο να πουν ότι η πεντάμορφη έχει έλθει σε ηλικία γάμου και καλούσε όλους τους νέους του βασιλείου να έλθουν στο παλάτι να αγωνιστούν και ο καλύτερος θα την παντρευόταν. Από όλο το βασίλειο ξεκίνησαν να έρχονται νέοι να αγωνιστούν και να παντρευτούν την πεντάμορφη. Στην άλλη άκρη του βασιλείου όμως μέσα σε μία βαθιά σπηλιά ζούσε ένας κακός δράκος ο οποίος ήταν ερωτευμένος με την πεντάμορφη βασιλοπούλα και όταν έμαθε ότι αυτή επρόκειτο να παντρευτεί κατέβηκε ένα βράδυ στο παλάτι την έκλεψε και την πήρε μακριά στην σπηλιά του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έπεσαν σε μεγάλη στεναχώρια και αποφάσισαν να στείλουν ξανά τελάληδες στο βασίλειο να πουν πως όποιος φέρει την πεντάμορφη πίσω θα την πάρει γυναίκα του και θα του δώσουν το μισό βασίλειο. Σε ένα φτωχικό σπίτι ζούσε μία οικογένεια με τέσσαρες γιους. Όταν έμαθαν ότι ο βασιλιάς έψαχνε την πεντάμορφη αποφάσισαν να πανε να την βρουν, πήγαν στον πατέρα τους του είπαν την απόφαση τους του ζήτησαν την ευχή του για να ξεκινήσουν να βρουν την πεντάμορφη. Ο πατέρας τους έδωσε την ευχή του, φίλησαν και οι τέσσαρες το χέρι της μάνας τους και ξεκίνησαν. Τα τέσσερα αδέρφια δρόμο πέρναν δρόμο αφήνανε ώσπου έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι, εκεί ο μεγαλύτερος είπε , εγώ θα πάω στην ανατολή , ο δεύτερος θα πάει στον νότο , ο τρίτος θα πάει στη δύση , και ο μικρότερος θα πάει στον βορά και στο τέλος ότι και να γίνει θα ξαναβρεθούμε πάλι εδώ στο σταυροδρόμι. Τα αδέρφια αγκαλιάστηκαν φιλήθηκαν ευχήθηκαν μεταξύ τους και ξεκίνησαν να βρουν την πεντάμορφη. Τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια πέρασαν ποτάμια ανέβηκαν βουνά πάλεψαν με θηρία αλλά δεν κατάφεραν να βρουν την πεντάμορφη και γύρισαν πίσω. Ο μικρότερος αδερφός πέρασε ποτάμια ,και γιοφύρια , διέσχισε βουνά ,πάλεψε με άγρια θηρία ,πείνασε ,δίψασε, αλλά στο τέλος στην κορυφή του ψηλού βουνού βρήκε την σπηλιά που φύλαγε ο δράκος την πεντάμορφη , όταν τον αντίκρισε ο δράκος του είπε πως πρέπει να παλέψουν και όποιος νικήσει θα πάρει την πεντάμορφη. Ο δράκος και το παλικάρι πάλευαν σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες χωρίς σταματιμό αλλά στο τέλος το παλικάρι κουράστηκε και ο δράκος το νίκησε και τον έκλεισε μέσα στην σπηλιά που ήταν και η πεντάμορφη. Η πεντάμορφη όσο καιρό ήταν κλεισμένη μέσα στην σπηλιά έπλεκε στον αργαλειό τέσσερα χαλιά ,στο ένα είχε πλέξει τον ουρανό με τ άστρα ,στο δεύτερο τον αέρα με όλα τα πετούμενα ,στο τρίτο την γη με τα λουλούδια και όλα τα ζώα και στο τέταρτο είχε πλέξει την θάλασσα με τα ψάρια. Η πεντάμορφη και το παλικάρι αποφάσισαν να αγωνιστούνε μαζί για να ξεφύγουν από τον δράκο. Έτσι η πεντάμορφη κάθε φορά που έφτιαχνε φαγητό στον δράκο του έριχνε μέσα και λίγο δηλητήριο που κατάφερνε να μαζεύει από διάφορα φυτά, έτσι ο δράκος σιγά σιγά αδυνάτιζε ενώ το παλικάρι μέρα με την ημέρα δυνάμωνε και όταν ο δράκος έπεσε τελείως στο κρεβάτι το παλικάρι πήρε την πεντάμορφη και φύγανε. Τα αδέρφια του όμως είχαν επιστρέψει στο σταυροδρόμι και περιμένανε τον αδερφό τους, όμως είδαν ότι ο μικρός αδερφός τους αργούσε και άρχισαν να ανησυχούνε ότι ο μικρός θα είχε βρει την πεντάμορφη και θα την παντρευόταν αυτός ,γιαυτό αποφασίσανε πώς όταν έρθει και έχει την πεντάμορφη μαζί του να τον σκοτώσουν και να παντρευτεί ένας από αυτούς την βασιλοπούλα. Όταν ο μικρός έφτασε στο σταυροδρόμι έτρεξε με χαρά να αγκαλιάσει τ αδέρφια του και να τους πει τα ευχάριστα ,αυτοί όμως τον πιάσανε τον χτυπήσανε άγρια και τον πέταξαν σε ένα γκρεμό, πήραν την πεντάμορφη την πήγαν στο παλάτι με σκοπό να την παντρευτεί ένας από αυτούς, Η πεντάμορφη όμως είπε ότι εγώ θα παντρευτώ αυτόν που θα μου φέρει τον ουρανό με τ άστρα , τον αέρα με όλα τα πετούμενα , την γη με τα λουλούδια ,και την θάλασσα με τα ψάρια. Το παλικάρι όμως όταν έπεσε στον γκρεμό δεν πέθανε αλλά το βρήκε ένας βοσκός το μάζεψε στο κονάκι του φρόντισε τις πληγές τον ετάισε μέλι και γάλα και τον έκανε καλά. Αλλά ώσπου να γίνει καλά το παλικάρι είχαν περάσει αρκετοί μήνες και τα τρία αδέρφια πίεζαν τον βασιλιά να παντρευτεί κάποιος από αυτούς την πεντάμορφη αλλά αυτή έμενε σταθερή στην απόφαση της ήταν σίγουρη πως το παλικάρι είχε σωθεί και καθόταν όλη μέρα στο μπαλκόνι της και περίμενε να τον δει. Το παλικάρι όταν έγινε τελείως καλά αποφάσισε να πάει στο παλάτι να δει τι απέγινε η πεντάμορφη. Όταν το παλικάρι πέρασε κάτω από το μπαλκόνι της πεντάμορφης η βασιλοπούλα τον γνώρισε αμέσως του πέταξε ένα μήλο και τον κάλεσε στο παλάτι και ανακοίνωσε στον βασιλιά πώς ήταν ο άνθρωπος που την έσωσε και που θα την παντρευόταν. Τότε τα αδέρφια του αντέδρασαν και ζήτησαν να δουν τα τέσσερα χαλιά τον ουρανό με τ αστρα τον αέρα με όλα τα πετούμενα, την γη με τα λουλούδια και όλα τα ζώα. Το παλικάρι έβγαλε από την τσέπη του τέσσερα καρύδια που είχε φυλαγμένα τα τέσσερα χαλιά της πεντάμορφης τασπασε και ταπλωσε μπροστά σε όλους και τότε όλοι θαμπώθηκαν απτήν ομορφιά και την τέχνη των χαλιών της πεντάμορφης. Έπειτα το παλικάρι παντρεύτηκε την πεντάμορφη συγχώρεσε ταδερφια του έκανε πλούσιο τον πατέρα του και τον βοσκό που τον έσωσε και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
|
Ο ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΓΥΦΤΟΙ
Μια φορά και ένα καιρό σε ένα γύφτικο καταυλισμό ζούσαν σαράντα γύφτοι με τις οικογένειες τους. Ο χειμώνας πλησίαζε και οι γύφτοι αποφάσισαν να πάνε να κόψουν ξύλα για τον χειμώνα. Πήραν τα τσεκούρια τους και ξεκίνησαν ,στο δρόμο συνάντησαν ένα τσέλιγκα με το κοπάδι του και τον ρώτησαν που θα πάνε να κόψουν ξύλα ,ο τσέλιγκας τους έδειξε και συνέχισε τον δρόμο του. Το βράδυ ο τσέλιγκας άκουσε φασαρία ,φωνές ,φασαρία και έτρεξε να δει τη συμβαίνει. Όταν έφτασε είδε τους σαράντα γύφτους να τσακώνονται, αφού κατάφερε να τους χωρίσει τους ρώτησε τι συμβαίνει. -Κουμπάρε κουμπάρε απάντησε ο αρχηγός τους πέσαμε να κοιμηθούμε αλλά κρύωναν τα πόδια μας και τότε είπαμε να βάλουμε ο ένας τα πόδια ανάμεσα από του αλονού για να ζεσταίνονται, αλλά κανένας δεν δέχεται τα δικά του πόδια να είναι πάνω πάνω. -Αυτό είναι το πρόβλημα σας απάντησε πονηρά ο τσέλιγκας θα σας δώσω εγώ την λύση αλλά θα μου δώσετε όμως τα τσεκούρια σας. Αφού οι γύφτοι συμφώνησαν ο βλάχος τους πήρε και τους πήγε σε ένα μεγάλο λάκκο και τους είπε. -Εδώ θα ξαπλώσετε όλοι και θα κοιμηθείτε με τα πόδια μέσα στον λάκκο κετσι όλων τα πόδια θα είναι στην μέση. Οι γύφτοι ευχαρίστησαν τον τσέλιγκα που τους έδωσε λύση και πέσανε για ύπνο. Την άλλη μέρα το πρωί ο τσέλιγκας άκουσε πάλη φωνές και φασαρία και πήγε να δει τη συμβαίνει. Κουμπάρε κουμπάρε του είπαν οι γύφτοι ξυλιάσανε τα πόδια μας και δεν μπορούμε να τα κουνήσουμε είπαν οι γύφτοι. -Μην ανησυχείτε καθόλου τους είπε ο τσέλιγκας και άρχισε να τους κοπανάει με την γκλίτσα στα πόδια. Οι γύφτοι από τον πόνο τους πετάχτηκαν πάνω και άρχισαν να ουρλιάζουν . Ο τσέλιγκας τους αποχαιρέτησε και πήγε πάλη στο κοπάδι του. Οι γύφτοι όμως χωρίς τσεκούρια δεν μπορούσαν να κόψουν ξύλα γιαυτό ο αρχηγός τους είπε. Θα ανέβω εγώ σε εκείνο το πλατάνι θα κρεμαστείτε όλοι από κάτω μου και όταν φτύσω τα χέρια μου τρεις φορές θα τραβήξουμε όλοι με δύναμη το κλαρί για να σπάσει .Εντάξει? -Εντάξει? Απάντησαν οι άλλοι γύφτοι. Ανέβηκε λοιπών ο γύφτος στο κλωνάρι κρεμάστηκε και από κάτω του κρεμάστηκαν οι υπόλοιποι. -Έτοιμοι? Ρώτησε ο αρχηγός τους . -Έτοιμοι απάντησαν οι άλλοι . Αφήνει ο γύφτος τα χέρια του για να τα φτύσει και πέφτουν όλοι κάτω και σκοτώνονται εκτός από ένα. Ο γύφτος που γλίτωσε δεν ήξερε τη να κάνει, να γυρίσει στο τσαντίρι ντρεπότανε ,εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να κρυώνει και να πεινάει. Από την μια ντρεπόταν να γυρίσει στο χωριό από την άλλη πεινούσε και έτσι γύρισε πάλι στο τσαντίρι. Εκεί όμως η γύφτισσα τον έδιωξε γιατί τα γυφτάκια κρύωναν, έτσι ο γύφτος πήρε μαζί του τα γυφτάκια και ένα γάιδαρο και ξεκίνησε να πάει να φέρει ξύλα. -Πατέρα που θα πάμε για ξύλα ρώτησε το ένα το γυφτάκι? -Στο βουνό θα πάμε απάντησε ο γύφτος μόνο εκεί έχει ξύλα. Όταν έφτασαν στο βουνό τα πάντα ήταν σκεπασμένα από το χιόνι τα γυφτάκια άρχισαν να κρυώνουν και έπεσαν πάνω στον πάτέρα τους. -Παιδιά μου σκεπάστε με να πεθάνω εγώ να ζήσετε εσείς είπε ο γύφτος και όλα τα γυφτάκια πέσανε πάνω του και τον σκεπάσανε. Το πρωί όταν ξύπνησε ο γύφτος όλα τα γυφτάκια ήταν ξεπαγιασμένα και ο γάιδαρος είχε φύγει, αποφάσισε λοιπών να πάει να βρει τον γάιδαρο. Τον γάιδαρο όμως τον είχε βρει ένας λύκος και τον έτρωγε. Όταν ο γύφτος βρήκε τον λύκο του λέει! Ε εσύ με την κόκκινη κουπάνα μήπως είδες τον γάιδαρο μου πουθενά? Ο λύκος σήκωσε το κεφάλι του να τον κοιτάξει και ο γύφτος το πήρε σαν άρνηση και έφυγε. Εν τω μεταξύ κρύωνε και πεινούσε πολύ. Θα πάω να βρω τον τσέλιγκα σκεφτικέ ο γύφτος. Όταν βρήκε τον τσέλιγκα του λέει. -Ε κουμπάρε θα με πάρεις να φυλάω τα πρόβατα. -Θα σε πάρω του απάντησε ο τσέλιγκας. Αλλά ο γύφτος όμως ήταν πολύ τεμπέλης και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να τρώει και να κοιμάται. Ο τσέλιγκας είδε ότι ο γύφτος ήταν τεμπέλης και έψαχνε να βρει ευκαιρία να το ξεφορτωθεί. Μία ημέρα που άστραφτε και έβρεχε δυνατά ο γύφτος πήγε και κρύφτηκε σε μία κουφάλα ενός δένδρου, πάει ο τσέλιγκας από πίσω με μία σούφλα και άρχισε να τον σουφλάει. Γυρίζει ο γύφτος και λέει . -Ε θεεμ εμ βροντάς , εμ αστραφτ ς εμαστραποτσουκανάς εμ σουφλάς κιόλα? Πήδηξε έξω από την κουφάλα του δέντρου και γύρισε στο τσαντίρι. Ένα βράδυ που βγήκε έξω από το τσαντίρι να κατουρήσει άκουσε τα κουδούνια από τα πρόβατα του τσέλιγκα και λέει? -Α ρε κερατά βλάχο θα στην πάρω τπρατίνα με το κδούνι! Πετάγεται και η γύφτισσα και του απαντάει ? -Αϊ κατούρα κελα μέσα ρε απ θα πάρεισί απ το βλάχο τπρατίνα? Μπήκε ο γύφτος στο τσαντίρι και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου