Γράφει
ο ιατρός ακτινολόγος
Κωνσταντίνος Ηλία Παλιαλέξης
Όσα θυμάμαι από τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε στο χωριό μου.
Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ μπροστά στο τζάκι του σπιτιού μου στην Λυγαριά. Το κρύο έξω ήταν διαπεραστικό ,έκανε τους χωριανούς να μαζευτούν γρήγορα στα σπίτια τους και μόνο κάποιοι έκαναν παρέα ,ρίχνοντας που και που κανένα ξύλο στη σόμπα του καφενείου του χωριού, αναπολώντας τα περασμένα ή ποιος ξέρει ίσως και σκεπτόμενοι τα μελλούμενα…
Μοναδική μου συντροφιά ,αφού όλοι είχαν πάει για ύπνο ,ήταν οι φλόγες στο τζάκι που τρεμόπαιζαν και μια γλυκιά θαλπωρή τύλιγε το δωμάτιο.
Τότε άρχισε να ξετυλίγετε το κουβάρι των αναμνήσεων .Σαν αστραπή που γεννιέται και αργεί όμως να σβήσει στον ουρανό ,άρχισαν οι θύμησες να έρχονται όλες μαζί μέσα στο μυαλό μου, που όμως κατάφερα τελικά να τις βάλω σε σειρά.
Θυμάμαι το 1944 που ήμουν τεσσάρων ετών προς το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου και εν συνεχεία κατά τον εμφύλιο πόλεμο , την επίθεση που έκαναν οι κομουνιστές αντάρες εναντίων του χωριού μου, προκειμένου να το καταλάβουν ,δεδομένου ότι οι κάτοικοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν αντιθέτων φρονημάτων. Υπεύθυνοι για την παρακολούθηση του χωριού ,την φύλαξη της σιδηροδρομικής γραμμής και τω γεφυρών αυτής από τυχών σαμποτέρ αντιστασιακούς ήταν οι Γερμανοί Helmout και Frits μαζί με μερικούς άλλους γερμανούς και ιταλούς .Κατοικούσαν δε αυτοί σε ένα σπίτι που είχαν φτιάξει δίπλα στην σιδηροδρομικό σταθμό της Λυγαριάς. Κατά διαστήματα επισκέπτονταν το χωριό και μάλιστα το καφενείο ,που τότε ήταν στο κέντρο της σημερινής πλατείας του χωριού μας.
Το μοναδικό καφενείο μας είχε συντροφιά τις μεγάλες μουριές που χάριζαν τον ίσκιο στους χωριανούς αλλά και μια βρύση στην πάνω γωνιά της πλατείας που με την σειρά της εξυπηρετούσε όλο το χωριό.
Η συμπεριφορά των Ιταλών ,σαν πιο θερμόαιμοι ,δεν ήταν και τόσο καλή. Επιδίδονταν σε μικροκλοπές και σεξουαλικές παρενοχλήσεις των κοριτσιών του χωριού με αποτέλεσμα εάν βέβαια το εκάστοτε (θύμα) το καταμαρτυρούσε αυτό στους υπεύθυνους Γερμανούς .Οι Γερμανοί να εξετάζουν τον καταγκέλοντα, να αποκαθιστούν την αδικία και να τιμωρούν τους ζωηρούς Ιταλούς. Μεμονωμένα περιστατικά έχω να αναφέρω ,αλλά νομίζω ότι δεν αξίζει τον κόπο να γραφτούν εδώ.
Αντιστασιακή δράση είχαν οι χωριανοί . Ήταν κυρίως σαμποτέρ που έβαζαν εκρηκτικά στις ράγες των σιδηροδρομικών γραμμών με αποτέλεσμα να εκτροχιάζονται γερμανικά τραίνα. που τα βαγόνια τους περιείχαν έμψυχο αλλά και άψυχο υλικό και έτσι καθυστερούσαν τις μεταφορές. Άλλοτε πάλι ενεργούσαν σαν σαλταδόροι . Ανέβαιναν πάνω στο τραίνο και άδειαζαν τα βαγόνια από το περιεχόμενο τους όπλα, πολεμοφόδια, ρουχισμό, τρόφιμα και οτιδήποτε άλλο υπήρχε μέσα σ' αυτά.
Πρωτεργάτες της αντιστασιακής δράσης ήταν τα παιδιά του Δημητρίου Μπουλουκούτα , γιαυτό κάποιο βράδυ μια ομάδα Γερμανών έστησε ενέδρα στο εικονισματάκι που βρίσκεται σήμερα δίπλα από την εκκλησία της Παναγιάς στο συνοικισμό και σκότωσαν τον Χρίστο Μπουλουκούτα.
Όμως η καρδιά του Έλληνα πατριώτη άντεξε λίγο πριν ξεψυχήσει ,έριξε μια χειροβομβίδα προς το μέρος των Γερμανών και σκότωσε τον επικεφαλή τους που ήταν ο Frits .Το τι επακολούθησε; Οι Γερμανοί έκαψαν τα σπίτια των Μπουλουκουταίων.
Η νύχτα προχωράει αλλά η φωτιά στο τζάκι αγκαλιάζει με λαχτάρα το ξύλο που μόλις τώρα έβαλα , σαν να μου λέει συνέχισε εγώ είμαι εδώ για να σου κάνω παρέα.
Έφτασε και η ποθητή απελευθέρωση από τους Γερμανούς αφού απέσυραν τα στρατεύματα τους από την Ελλάδα , συνεχίστηκε όμως ένας χειρότερος πόλεμος , ο εμφύλιος. Μετά την απελευθέρωση η μικρή ομάδα των αντιστασιακών του χωριού ,ενώθηκε με άλλες ομάδες διπλανών χωριών και ακολούθησαν και αλλά άτομα. Ορισμένοι από αυτούς προσήλθαν και ενσωματώθηκαν οικειοθελώς , πολλοί δε επιστρατεύτηκαν και με την υποστήριξη του τακτικού στρατού συγκεντρωθήκανε σε 200 και πλέων άτομα , με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Βουρλάκη και υπαρχηγό τον Αθανάσιο Μπουλουκούτα.
Ο εμφύλιος ξεκίνησε και η ομάδα του Κ. Βουρλακη , με δεξιά θέση και με την υποστήριξη του τακτικού στρατού δρούσε στην ευρύτερη περιοχή της Λαμίας και έδινε σκληρές μάχες με αριστερές ομάδες που δρούσαν επίσης στην ίδια περιοχή με φοβερές απώλειες εκατέρωθεν σε έμψυχο υλικό και άλλου είδους βιαιοπραγίες . Η ομάδα του Βουρλακη - Μπουλουκούτα είχε επίκεντρο την Λυγαριά .Οι αριστερές δυνάμεις είχαν μεγάλες απώλειες από την ομάδα αυτή και γιαυτό σχεδίαζαν να επιτεθούν εναντίων του χωριού , να καταλάβουν και να διαλύσουν την ομάδα αυτή και έτσι οι δυνάμεις τους να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στη Λαμία.
Μεγάλη ανασφάλεια και φοβία κατείχε όλους τους χωριανούς ,οι οποίοι επειδή προέβλεψαν την πιθανότητα επίθεσης των αριστερών δυνάμεων στο χωριό ,έλαβαν μέτρα αμυντικά για την προφύλαξη τόσο του χωριού όσο και των γυναικόπαιδων.
Επικρατούσε πολύ έντονα εκείνη την εποχή ο φόβος ότι θα έρθουν οι αντάρτες και θα κάψουν τα σπίτια και θα μας σφάξουν. Κάθε τόσο διαδόσεις έλεγαν πως έρχονται οι αντάρτες ,το χωριό άδειαζε ,το σχολείο έκλεινε και ο κόσμος έτρεχε προς τον κάμπο να προφυλαχτεί.
Το δημοτικό σχολείο υπολειτουργούσε . Για λίγα χρόνια λειτουργούσε τρεις μήνες μόνο τον χρόνο και τον δάσκαλο τον πλήρωναν οι γονείς των παιδιών.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν πολλές σχολικές χρονιές και όσα παιδιά τελείωναν εκείνη την εποχή το δημοτικό σχολείο να έχουν πάρα πολλές ελλείψεις μεταξύ δε αυτών και εγώ.
Επειδή εκείνα τα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα με τον αγώνα της επιβίωσης ,πολλά παιδιά δεν πήγαιναν καθόλου σχολείο και από πολύ μικρά μπήκαν στην παραγωγή ή ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και την γεωργία.
Άκουγες γονείς να λένε ( Το έκοψα το παιδί από το σχολείο γιατί δεν έπαιρνε τα γράμματα ). Μα πώς να τα πάρει τα γράμματα χωρίς δάσκαλο ,χωρίς κανένα κίνητρο και αγράμματους γονείς; Γι αυτό δεν σπούδαζαν πολλά δυνατά μυαλά ,ενώ θα έπρεπε.
Το κρύο έχω έγινε πιο τσουχτερό . Η ψυχή μου γεμάτη με ανάμικτα συναισθήματα . Ένα ποτήρι κρασί μαζί με τις φλόγες στο τζάκι ,ζεσταίνουν γλυκά το κορμί μου και την μνήμη μου και την προτρέπουν να συνεχίσει.
Το χωριό έπρεπε να προφυλαχτεί . Έτσι οι χωριανοί μου, καταρχάς , συρματοπλέξανε με αγκαθωτό σύρμα και ναρκοθετήσανε περιμετρικά το χωριό ,αφήνοντας πέντε- έξη εισόδους τις οποίες όμως το βράδυ κλείνανε και ναρκοθετούσαν επίσης. Για κάποια περίοδο και κατά μήκος του συρματοπλέγματος είχαν τοποθετήσει προβολείς , που τροφοδοτούσε ειδική γεννήτρια με ηλεκτρικό ρεύμα . Μέσα από την περίφραξη δε, είχαν φτιάξει τα χαρακώματα ,βαθιά χαντάκια ,σε απόσταση μεταξύ τους περίπου 150 μέτρων , τα οποία δεν ήταν σκεπασμένα. Μέσα στα φυλάκια αυτά διανυκτέρευαν όλοι οι άντρες άνω των 15 ετών , με βροχές με ζέστη ,με κρύο ,και ανά τρίωρο ένας, ένας έμπαινε σκοπιά. Μπορεί να φανταστεί κανείς και να καταλάβει ,μετά από την εξαντλητική κούραση στις δουλειές την ημέρα, το βράδυ να έχουν εκτός από τον φόβο και τη αϋπνία και την σκοπιά. .Σαν τι ύπνο να κάνουν μέσα στα χαρακώματα.
Ένα βράδυ που έβρεχε ο Γιώργος Καλλιώρας του Δημητρίου για να φυλάξει το όπλο του να μην βραχεί προσπάθησε να το βάλει κάτω από την κάπα του. Αυτό εκπυρσοκρότησε και τον χτύπησε στην κοιλιά . Τότε τον πήρε ο πατέρας μου ο Ηλίας Ιωάννου Παλιαλεξης που ήταν στο ίδιο φυλάκιο, τον έβαλε πάνω στο άλογο και τον πήγαινε νύχτα στο νοσοκομείο Λαμίας.
Καθ' οδών όμως και λίγο πιο πέρα από την Αγριελιά ,δυστυχώς ξεψύχησε.
Όλοι εμείς που κατοικούσαμε στον συνοικισμό (στα βλάχικα) ,ήμασταν υποχρεωμένοι κάθε βράδυ να πηγαίνουμε στο συρματοπλεγμενο χωριό και εκεί να μας φιλοξενούν για ύπνο οι συγχωριανοί. Την ημέρα που έφευγαν οι μεγάλοι για τις δουλειές ,εμείς τα μικρά παιδιά τότε πηγαίναμε στα χαρακώματα και βλέπαμε ότι υπήρχαν μέσα πάρα πολλά όπλα (αραβίδες, Μαουζερ, οπλοπολυβόλα, αυτόματα, πιστόλια, κιβώτια με χειροβομβίδες και φυσίγγια). Κλέβαμε δε πιστόλια και κυρίως φυσίγγια που ανάβαμε φωτιές και τα ρίχναμε μέσα γιατί μας άρεσε να ακούμε τους κρότους από την εκπυρσοκρότηση αυτών λόγω θερμοκρασίας , ή αφαιρούσαμε το βόλι τους και μαζεύαμε το μπαρούτι είτε υπό μορφή σκόνης είτε υπό μορφή σχήματος μακαρονιού που περιείχε μέσα και με το μπαρούτι αυτό ανάβαμε φωτιές.
Το 1947 που ήμουν ήδη επτά ετών , μαζί με τον αδερφό μου Γιάννη και τον ξάδερφο μου Ιωάννη Κ. Παλιαλέξη ,μας έπαιρνε κάθε βράδυ ο παππούς μου Ιωάννης Παλιαλεξης και μας πήγαινε στον κάμπο και επιστρέφαμε το πρωί στο χωριό .
Στον κάμπο πηγαίναμε για λόγους ,πρώτον για ασφάλεια και δεύτερον για να βοσκήσουν τα άλογα στις καλαμιές.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1947 ,έκαναν επίθεση οι αντάρτες να καταλάβουν το χωριό Αρχηγός τους ήταν ο καπετάν Φεγκάρης όπως έλεγαν. Κατά καλή μας τύχη όμως χίλια μέτρα περίπου πιο πάνω από το χωριό έβοσκε τα γίδια του ένας χωριανός μας ο Γιάννης ο Κουκούλης εάν θυμάμαι καλά. Τον έπιασαν οι αντάρτες και τον πήραν μαζί τους να τους υποδείξει από πού είναι εύκολο πέρασμα για να μπουν στο χωριό. Αυτός όμως τους ξέφυγε και τρέχοντας ειδοποίησε τους χωριανούς να ετοιμαστούν να αντιμετωπίσουν την επίθεση των ανταρτών. Φεύγοντας αυτός οι αντάρτες δεν τον πυροβόλησαν να τον σκοτώσουν ,για να μην ακουστεί ο κρότος του όπλου στο χωριό και ετοιμαστούν οι χωριανοί . Υπολογίζοντας πως δεν θα πήγαινε στο χωριό διότι οι διαταγές εκεί ήταν αυστηρές. Μόλις έκλειναν οι αμπάρες των εισόδων και κάποιος πλησίαζε προς αυτές να πυροβολείται.
Εγώ εκείνο το βράδυ με τον παππού μου , τον αδερφό μου τον Γιάννη και τον ξάδερφο μου, επίσης Γιάννη ,βρισκόμασταν 200 μέτρα περίπου κάτω από την σιδηροδρομική γραμμή, στο περιβόλι.
Κατά τις 11 με 12 η ώρα το βράδυ άρχισε η μάχη στο χωριό . Ο κρότος από τους πυροβολισμούς ήταν μεγάλος. Ισχυροί κρότοι από χειροβομβίδες , φωτοβολίδες, τροχιοδεικτικές σφαίρες , φωτιά μεγάλη στο νότιο μέρος του χωριού. Δυνατές φωνές αντρικές και γυναικείες που ακούγονταν από τις ντουντούκες (ειδικά χωνιά.).
Οβίδες που έριχναν περιμετρικά του χωριού από την Λαμία για υποστήριξη. Σκέτη κόλαση . Η μάχη αυτή κράτησε μέχρι τις τρεις το πρωί περίπου.
Στο νότιο μέρος του χωριού ήταν αλώνια και οι αχυρώνες με τα άχυρα και διάφορους σανούς για την κτηνοτροφία και για την τροφή των άλογων. Οι χωριανοί βάλανε φωτιά στις θημωνιές ,στα άχυρα και στους αχυρώνες ώστε να υπάρχει φωτισμός και να είναι δύσκολα προσπελάσιμο το μέρος από τους αντάρτες.
Γύρω στις τρεις το πρωί ,οι αντάρτες λύσανε την πολιορκία του χωριού και φύγανε με κατεύθυνση προς βορά. Εκατό μέτρα δυτικά από εκεί που βρισκόμασταν εμείς με τον άπου , είχαν σταθμεύσει αυτοκίνητα Τζέϊμς με φαντάρους που είχαν σταλεί από την Λαμία για ενίσχυση, ανεβαίνοντας προς το χωριό από την Αμουριόστρατα. Όμως στο χωριό φθάσανε αφού είχε τελειώσει η μάχη.
Κατά τις επτά το πρωί ,ανηφορίσαμε και εμείς προς το χωριό και θυμάμαι , ο παππούς μας είπε: (( Πάμε τώρα πάνω να δούμε εάν ζει κανείς στο χωριό ή τους σφάξανε όλους)).
Ανεβαίνοντας επάνω μας σταμάτησαν στη σιδηροδρομική γραμμή δυο φαντάροι για εξακρίβωση και εκεί μας ενημέρωσαν ότι στο χωριό είναι όλοι ζωντανοί ,δεν έπαθε κανένας τίποτα και να μην ανησυχούμε.
Το τσουχτερό κρύο έξω και ο παγωμένος αέρας που φλερτάρει ντροπαλά με τα δέντρα , κρατάνε τα μάτια μου ανοιχτά και το μυαλό μου να μου φέρνει όλο και περισσότερα .
Θέλω να θυμηθώ κι άλλα.
Σαν φτάσαμε στο σπίτι βρήκαμε εκεί την μάννα μου τρομαγμένη , να κρατάει στην αγκαλιά τον μικρό μου αδερφό τον Νίκο που ήταν τότε δύο ετών. Εκείνο το βράδυ δεν είχε πάει ούτε εκείνη ,ούτε οι άλλες οικογένειες του συνοικισμού στο συρματοπλεγμενο συνοικισμό και ο θεός φύλαξε και οι αντάρτες δεν ανοίξανε να μπουν σε κανένα σπίτι μέσα. Τότε μάθαμε πως μόνο ένας χωριανός είχε σκοτωθεί .
Ο Δημήτρης Κοτσανής ο οποίος είχε φύγει από το σπίτι του για οικογενειακούς λόγους ,είχε ενσωματωθεί με τους αντάρτες και το βράδυ εκείνο της επίθεσης ήταν μαζί τους. Ένας άλλος χωριανός τραυματίστηκε επίσης ελαφρά , ο Βασίλειος Μπασούρας. Όπως διαδόθηκε οι αντάρτες είχαν πολλές απώλειες . Δεκαεπτά νεκρούς και πολλούς τραυματίες . Δυο νεαρά άτομα από το χωριό κόψανε τα κεφάλια των σκοτωμένων ,(εμείς τα μικρά παιδιά τους ακολουθούσαμε και ψάχναμε να βρούμε σκοτωμένους), τα έβαλαν επάνω σε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα πήγανε στην Λαμία ,πιθανών για εξακρίβωση.
Το θέαμα ήταν φρικτό ,αποτρόπαιο ,ανατριχιαστικό ,αηδιαστικό, λυπηρό. Θα μείνει χαραγμένο βαθιά στην μνήμη μου ως η χειρότερη ανάμνηση της ζωής μου.
Την μεγάλη επίθεση και την μεγαλύτερη πίεση ,δέχτηκε το βόρειο και δυτικό μέρος του χωριού. Το νότιο λόγω της φωτιάς εξασφαλίστηκε κάπως , ενώ το ανατολικό προφυλάχτηκε λίγο ,λόγω τις ρεματιάς.
Δεν αναφέρομαι σε λεπτομέρειες ενεργειών ούτε σε πρόσωπα ούτε τι προσέφερε ο καθένας για να μην ηρωποιήσω ορισμένους και αδικήσω άλλους.
Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο του εμφυλίου πόλεμου το χωριό μας δεν υπέστη μεγάλες απώλειες ούτε σε έμψυχο αλλά ούτε σε άψυχο υλικό συγκριτικά πάντα με άλλα χωριά της περιοχής μας που υπέστησαν μεγάλες και ανεπανόρθωτες καταστροφές.
Με το τέλος βέβαια του εμφύλιου επεκράτησε ηρεμία στο χωριό και ακολούθησε μεγάλη πρόοδος.
Η φωτιά στο τζάκι σιγοσβήνει . Έξω άρχισε δειλά δειλά να χαράζει και η νύχτα να δίνει την θέση της στο κρύο, μουντό, χειμωνιάτικο πρωινό . Οι αναμνήσεις μένουν καλά κρυμμένες μέσα μου για να με αφήσουν να ησυχάσω και να κοιμηθώ μετά την τόσο ωραία αναδρομή στα περασμένα με την ευχή να επικρατεί πάντα ησυχία γαλήνη και ευημερία στον τόπο μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου