Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Λυγαριά -Τσοπαλνάτα

Λυγαριά-Τσοπαλνάτα


Λυγαριά Λαμίας: Χωριό του νομού Φθιώτιδος.
Το μισό χωριό είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στη θέση Στρογγυλόλακα της Όθρυς, το άλλο μισό είναι επίσης κτισμένο αμφιθεατρικά στην θέση Καμζόραχη. Η Λυγαριά από υψόμετρο 160 μέτρων δεσπόζει του Λαμιακού κάμπου οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Λαμίας.
Οι παλιότεροι θυμούνται το χωριό ως Τσοπαλνάτα η Τσοπαλνάτες ,που σύμφωνα με την παράδοση δηλώνει καταυλισμό σκηνιτών (Σαρακατσαναίων). Το χωριό σε πολλές αναφορές το συναντάμε και σαν Τζουμπαλάτες, Τσοπαλάδες, Τσοπανλάτες , Τσοπανελάτες, Τσοπανλάτα, Τσουπανελάτες, Τσοπαλάδες, Τοπαλάδες, Τσουκαλάτα, Τσουκαλάται κ.λ.π.
Ο Παν. Τσόνης στο βιβλίο του αναφέρει ότι το χωριό πήρε το όνομά του από το πρόκριτο του χωριού Νικολό τσουπάν Λάτης .

Η επίσημη μετονομασία του σε Λυγαριά έγινε με την υπ' αρθμόν 41743/10-10-1926 ,απόφαση του Υπουργείου εσωτερικών Φ.Ε.Κ.68/1926 και οφειλόταν στην επικρατούσα τότε άποψη ότι τα τοπωνύμια που θεωρούντο τούρκικης προέλευσης έπρεπε να αντικατασταθούν με άλλα ελληνικά, γιαυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση επιλέχτηκε το όνομα Λυγαριά χάρη στο ομώνυμο φυτό το οποίο φύεται σε μεγάλη έκταση στην περιοχή.

Σύμφωνα με τον προφορικό λόγο την εποχή της τουρκοκρατίας έως τα πρώτα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα, η Τσοπαλνάτα ήταν χτισμένη δυτικά του σημερινού χωριού στην θέση Παλιοχώρια ,πάνω από τον σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό της Λυγαριάς.
Για πoιό λόγο το τελικά το χωριό μεταφέρθηκε στην θέση Στρογγυλόλακα δεν ξέρουμε ,μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε.
Μετά την μάχη των Βασιλικών συναντήθηκαν στην Δαμάστα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Παπαντρέας, ο Δυοβουνιώτης, ο Γκούρας κ.α. Αποφάσισαν να κατακάψουν όλα τα πεδινά χωριά της Λαμίας και να εκστρατεύσουν κατά της Υπάτης.
Δεν αποκλείεται μαζί με τ' αλλα χωριά να κάψανε την Τσοπαλνάτα να φύγανε οι κάτοικοι της και να ξαναγύρισαν πολύ αργότερα και να εγκαταστάθηκαν στην θέση που είναι σήμερα η Λυγαριά.
Άλλη μία σοβαρή εκδοχή είναι η εξής: Τον Απρίλιο του 1821 έγινε η μάχη της Μπεκής υπό τον Κουμνά Τράκα και τα παλικάρια του. Σε αυτή την μάχη πήραν μέρος και πολλοί Μπεκιώτες ίσως μαζί τους να συμμετείχαν και μερικοί Τσοπαλναήτες. Αργότερα οι τούρκοι σαν αντεκδίκηση μαζί με τη Μπεκή να κατέκαψαν και την Τσοπαλνάτα και οι κάτοικοι του χωριού να πιάσανε την Οίτη.
Ίσως ο Καπετάνιος Ευάγγελος Βαλατσός να είχε σχέσεις με την Τσοπαλνάτα πριν την έναρξη του αγώνα. Με την έναρξη της επανάστασης οι κάτοικοι του χωριού να έφυγαν να μπήκαν στην ομάδα του και οι τούρκοι σαν αντεκδίκηση να έκαψαν την Τσοπαλνάτα. Μπορεί επίσης για κάποιο λόγο να κατάστρεψαν οι Τούρκοι το χωριό και να αναγκάσανε τους Τσοπαλναήτες να ενταχτούν στο ένοπλο σώμα του Βαλατσού και να ξαναγύρισαν αργότερα όλοι μαζί στην Στρογγυλόλακα .
Στο Λονδίνο στις 11-23 Ιουνίου 1832 τέθηκαν οι βάσεις για την τελική οριοθέτηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία ,με το βασικό σημείο τριβής την επαρχία Ζητουνίου.
Στις 9 Ιουλίου 1832 υπεγράφη το οριστικό πρωτόκολλο μετά από συζήτηση δεκατεσσάρων ωρών .
Η οροθετική επιτροπή καθόριζε τα όρια να ξεκινούν από το μικρό χωριό Γρανίτσα να περνάνε από ένα ρυάκι που διασχίζει την Όθρη, τον Τυμφρηστό την κοιλάδα του Αχελώου και να καταλήγει στον κόλπο της Άρτας.
Αν η σύνοδος του Λονδίνου έδινε το Ζητούνι στους Τούρκους τότε η οροθετική γραμμή θα ξεκινούσε από τις εκβολές του Σπερχειού ,θα ανέτρεχε από την αριστερή του όχθη μέχρι το σημείο που η επαρχία Ζητουνίου συναντιέται με την επαρχία Πατρατζικίου, έπειτα θα στρίβει μέχρι την κορυφή της Όθρυς , ακολουθώντας τα κοινά σύνορα ανάμεσα στις δύο επαρχίες .Η οροθετική γραμμή για να φθάσει στην κορυφή της Όθρυς έπρεπε να περάσει ανάμεσα από τα χωριά Τσοπαλνάτες που άνηκε στην επαρχία Ζητουνίου ,και το χωριό Στύρφακα που άνηκε στην επαρχία Πατρατζικίου.
Αν το Ζητούνι δινόταν στους Τούρκους τότε η Τσοπαλνάτα θα ήταν στην τούρκικη επικράτεια, και τα σύνορα θα ήταν στον χείμαρρο ακριβώς έξω από τα σπίτια τους .Ίσως αυτή να ήταν μία αιτία που ανάγκασε τους Τσοπαλναήτες να φύγουν και να πάνε απέναντι στις Μεξιάτες ,να ξανάρθουν αργότερα αφού είχε λήξει πλέων το θέμα της οροθεσίας και να εγκατασταθούν εκεί που είναι κτισμένη σήμερα η Λυγαριά ,δίπλα στον Β. Μπαλατσό πού ήταν ήδη εκεί.
Από τις άδειες γάμου του 1834 και την τοποθέτηση του Γεώργιου Δούβαρη σαν Ιερέα στην Τσοπαλνάτα μαθαίνουμε ότι οι κάτοικοι της Τσοπαλνάτας είχαν επιστρέψει και ότι στο χωριό υπήρχαν 63 οικογένειες , εκείνο που δεν γνωρίζουμε είναι που είχαν εγκατασταθεί ,στα Παλιοχώρια ή στην Στρογγυλόλακα?
Ο Ε. Βαλατσός αγόρασε την Τσοπαλνάτα το 1836 ,αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι πότε εγκαταστάθηκε στην Στρογγυλόλακα για να μπορέσουμε έτσι να έχουμε μία πιο σαφή εικόνα πότε έγινε η μεταφορά του χωριού.
Η ανέγερση του Αγίου Αθανάσιου τελείωσε το 1897 σύμφωνα με την πλάκα που υπάρχει πάνω από την δεξιά πόρτα της εκκλησίας .Για να αναγερθεί μία καινούργια εκκλησία λογικά θα πρέπει οι απαιτήσεις για τις θρησκευτικές ανάγκες των κατοίκων της Στρογκυλόλακας να είχαν ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα ,που μέχρι τότε εκκλησιαζόντουσαν από τον Άγιο Γεώργιο που βρίσκονταν πλέων αρκετά μακριά από το νέο τους χωριό. Επομένως η μεταφορά του χωριού στην Στρογγυλόλακα είχε τελειώσει αρκετά χρόνια πριν το 1897 και μάλλον έγινε με την εγκατάσταση του Βαλατσού στην περιοχή.

ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΣΟΠΑΛΝΑΤΕΣ
Η διαδικασία εξέλιξης της Τσοπαλνάτας από 10 Φεβρουαρίου 1833 όταν έφυγαν οι τούρκοι έως τις 20-1-1927 που μετονομάστηκε σε Λυγαριά είναι η εξής.
Στις 10 Φεβρουαρίου του 1833 εξεδόθη βασιλικό διάταγμα του περί της καταλήψεως της Αττικής, της Φθιώτιδος, της Ευβοίας και των λοιπών μερών σύμφωνα με την οροθετική γραμμή. Στις 28 Μαρτίου 1833 ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην Λαμία και τα γύρω χωριά.
Ο νόμος της 27 Δεκεμβρίου 1833,Φ.Ε.Κ 3/1834 άρθρο 6 λέει ότι :<<όλον το Βασίλειων της Ελλάδος θέλει διαιρεθεί εις Δήμους>>.
Η εφημερίδα της κυβερνήσεως με αριθμό 2/1837 δημοσιεύει πίνακα με τους Δήμους και τις Κοινότητες όλης της ελεύθερης τότε Ελλάδος. Έτσι το 1836 η Φθιώτιδα χωρίζεται σε 15 Δήμους με την Τσοπαλνάτα να υπάγεται στον Δήμο Λαμίας. Λαμίας (β' τάξεως ). Ζητούνι ,Δίβρη ,Ταράτσα ,Μακρολίβαδο ,Φούρκα-Δερβένι ,Τσουκαλάται ,Νταϊτσά , Μπεκί ,Παλαιοχώρι ,Καλύβια ,Ιμίρμπεϊ ,Λιμογάρδι ,Αλαμάνα, Μεγάλη Βρύση ,Σαρμουσακλή.
Με βασιλική απόφαση της 27ης Νοέμβρίου-9ης Δεκεμβρίου 1840 οι 15 Δήμοι της Φθιώτιδος γίνονται 10. Λαμίας. Λαμία(πρωτ), Σαρμουσακλή ,Μεγάλη Βρύση ,Λικογάρδι ,Δίβρη ,Παλαιοχώρι ,Μακρολίβαδο, Δερβέν Φούρκα, Τσοπανλάτες ,Δαϊτσια, Μπεκί ,Καλύβια ,Κόμμα ,Ιμίρμπεϊ ,Αλαμάνα ,Ταράτσα ,Μονή Αντινίτσης διατηρούμενη ,Μονή Άγιος Νικόλαος διαλελυμένη.
Σε εκτέλεση του νόμου ΔΝΖ της 14-2-1912, ΦΕΚ 58 και 59/1912 ,ο Δήμος Λαμίας έχει την παρακάτω σύνθεση. Δήμος Λαμίας . Λαμία ,Δίβρη ,Δαϊτσά ,Καλύβια ,Κόμμα ,Λιμογάρδιον ,Μπεκί ,Μεγάλη Βρύση , Σαρμουσακλή ,Ταράτσα , Τσοπαλάδες ,Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου η Αντινίτσης (Αλαμάνα , Αντίνιτσα , Μακρολίβαδο).

Σε εκτέλεση του νόμου Δ.Ν.Ζ΄ του 1912 οι δέκα Δήμοι Φθιώτιδας καταργούνται. Με το διάταγμα της 29-8-1912,Φ.Ε.Κ.261/1912 η Τσοπαλνάτα και η Δαϊτσά εντάσσονται ως συνοικισμοί και υπάγονται διοικητικά στην Κοινότητα του Σταυρού από το 1912 έως το 1919.
Με το διάταγμα 30-4-1919, Φ.Ε.Κ.95\1919 ο συνοικισμός Τσοπαλνάτα αποσπάται από την Κοινότητα Μπεκί και γίνεται ανεξάρτητη Κοινότητα, ο συνοικισμός Νταϊτσά αποσπάται από την Κοινότητα Μπεκί και προσαρτίζεται στην Κοινότητα Τσοπαλνάτας.
Με την Α.Α.Υπουργείου εσωτερικών 41743/10-10-1926, Φ.Ε.Κ.68/1926 η Τσοπαλνάτα μετονομάζεται σε Λυγαριά.
Με Α.Α.Υπ.Εσωτερικών 2798/20-1-1927,Φ.Ε.Κ6/1927 η Νταϊτσά μετονομάζεται Αγριελιά.
61656; Από το 1927 η Τσοπαλνάτα και πρακτικά πλέων μετονομάζεται σε Λυγαριά .
Με το πέρας των μετονομασιών τον Μάρτιο του 1940 ο Δήμος Λαμίας έχει ως εξής: Ανθήλη , Δίβρη, Καλαμάκι ,Κόμμα ,Λυγαριά , Ροδίτσα ,Σταυρός , Δήμος Λαμιέων.
Με το Β.Δ.669\69(φεκ 208\α) της 21-10-1969 η θέση Ταμπούρια του χωριού Λυγαριά μετονομάζεται σε Προμαχώνα.
Με το Β.Δ. της 30-7-1948 το 230.000 χιλιόμετρο της σιδηροδρομικής γραμμής ονομάζεται σιδηροδρομικός σταθμός Λυγαριάς .

Τρυπιολιθάρι

Στην περιοχή Τρύπιολιθάρι υπήρχε κάποτε σκαλιστή πέτρα από την οποία πήρε το όνομα της όλη η γύρω περιοχή. Η παραπάνω σκαλιστή πέτρα έμεινε στο παραπάνω χώρο αιώνες ίσως και χιλιετίες χωρίς να το αγγίξει κανένας . Δυστυχώς στα τελευταία 30 χρόνια η παραπάνω πέτρα (αρχαιολογικό εύρημα) έχει εξαφανιστεί
Το παραπάνω αρχαιολογικό αντικείμενο είναι κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού μας . Έχουμε ευθύνη όλοι μας απέναντι στους προγόνους μας στα παιδιά μας και στην ιστορία του τόπου μας και πρέπει να κάνουμε τα πάντα να βρεθεί και να επιστραφεί στην θέση του.

Εκκλησία

ΙΕΡΟΙ ΝΑΟI

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ο ναός του Αγίου Γεωργίου γνωρίζουμε ότι υπήρχε από την εποχή της τουρκοκρατίας, τον συναντάμε για πρώτη φορά στα πρωτόκολλα αλληλογραφίας του 1887 για τον διορισμό του ιερέως Γεωργίου Χρίστου από τις Κομποτάδες.
Στο σημείο που ήταν κτισμένος ο Άγιος Γεώργιος υπάρχει ακόμη σήμερα το τοπωνύμιο Άγιος Γεώργιος και βρίσκεται βορειοδυτικά του σιδηροδρομικού σταθμού της Λυγαριάς.
Σήμερα στην ίδια θέση η οικογένεια του Αντρέα Καραγιώργου έχει οικοδομήσει μια καινούργια εκκλησία με το όνομα Άγιος Γεώργιος.
ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Η ανέγερση του Αγίου Αθανασίου θα πρέπει να τελείωσε το έτος 1897 σύμφωνα με την πλάκα που υπάρχει πάνω από την δεξιά πόρτα της εκκλησίας, για να εξυπηρετεί της θρησκευτικές ανάγκες των κατοίκων του νέου χωριού.
Ίσως θα πρέπει να μελετήσουμε την πιθανότητα αν η ονομασία καινούργιας εκκλησίας είχε κάποια σχέση με τον Άγιο Αθανάσιο της Μπεκής ή με κάποια θρησκευτική ή αγωνιστική επέτειο.
Κάποτε ρώτησα τον Ηλία Κοντογιώργο για το πότε κτίστηκε ο Άγιος Αθανάσιος και μου απάντησε πως ο ναός υπήρχε πριν να γεννηθεί και πώς το μόνο που θυμάται ήταν πώς το νερό στην εκκλησία το έφερε κάποιος Καρκαντάς. Σήμερα αυτή η οικογένεια δεν υπάρχει στο χωριό.

ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ
Η Παναγίτσα είναι ένα μικρό εξωκλήσι το οποίο είναι κτισμένο στην άκρη του χωριού κάτω από την Καμζόραχη. Η Παναγίτσα κτίσθηκε γύρω στο 1950-1960 από διάφορες δωρεές.

ΙΕΡΕΙΣ
Ο πρώτος ιερέας της Τσοπαλνάτας μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους ήταν όπως θα δούμε από την παρακάτω αλληλογραφία ο Γεώργιος Δούβαρης , για τον οποίον δεν ξέρουμε ,ούτε από που κατάγεται, ούτε τι γραμματικές γνώσεις είχε, αλλά ούτε και από ποιόν χειροτονήθηκε. Διατέλεσε Ιερέας στην Τσοπαλνάτα από τις 6 Φεβρουαρίου 1834 σύμφωνα με τα πρακτικά έως τις 29 Δεκεμβρίου 1834 όταν τον αντικατέστησε ο Ευθύμιος Οικονόμου .
Ο Γεώργιος Δούβαρης παρέλαβε Ιερέας στην Τσοπαλνάτα με την παρακάτω αλληλογραφία.
Α.π.39/ . 6 Φεβρουαρίου 1834. Εδόθη προς τον αιδεσιμώτατον κύριον παπά-Γεώργιον Δούβαρη η ενορία των χωρίων Τσοπανλάτες και Δαϊτσάς, συγκειμένης εξ οικογενειών εξήκοντα τριών.

Α.α.269.12-4-1834. Εδόθη ενταλτήριο προς τον Αδεσιμότατον παπά-κυρ- Γεώργιον Δούβαρη. ορίζεται εξομολογητής των χωρίων Τσοπαλνάτας ,Δαϊτσάς και Μπεκής.
Εδώ βλέπουμε ότι ο Παπαδούβαρης είχε αποκτήσει αρκετό κύρος και ορίστηκε εξομολογητής σε τρία χωριά.
Τον Γεώργιο Δούβαρη αντικατέστησε ο Ευθύμιος Οικονόμου σύμφωνα με την παρακάτω αλληλογραφία.
Α.Πρ.836/. 29 Δεκεμβρίου 1834. Όμοιον του υπ’ αριθμόν 830 εδόθη προς τον πρεσβύτερο Ευθύμιο Οικονόμου διά την ενορία του χωριού Τσουμπαλάτα.
Με την παραπάνω αλληλογραφία παρέλαβε ιερέας στην Τσοπαλνάτα ο Ευθύμιος Οικονόμου, έπειτα όμως από λίγους μήνες παραιτήθηκε και διορίστηκε άλλος ιερέας στο χωριό, ο Ευστάθιος Οικονόμου με τον εξής κώδικα.
Έπειτα από πέντε μήνες ο Ευθύμιος Οικονόμου παραιτείται και την θέση του καταλαμβάνει ο Ευστάθιος Οικονόμου.
Α.Πρ.1253. 10 Μαΐου 1835. Εδόθη τω πρεσβυτέρω Ευσταθίω Οικονόμου η ενορία του καθ’ ημάς χωρίου Τσουμπαλάτες αντί του παραιτηθέντος Ευθυμίου.
2130/291/9-10-1836 .Εξεδόθη έγγραφον αφορισμού προς τους ιερείς των χωρίων Τσοπανλατών, Μπεκής Λιανοκλαδίου και Ντερβένη κατά των καταπατούντων μέρος των κτημάτων που έχει ο Δημήτριος Χρηστίδης του χωριού Νταϊτσάς και Αμούρι (Να διαβαστεί στην εκκλησία από τους ιερείς.)
Εδώ βλέπουμε ότι την εποχή που ήταν ιερέας ο Ευστάθιος Οικονόμου είχαμε έναν αφορισμό στην περιοχή μας σε κάποιους καταπατητές γης.
Μια ακόμα αναφορά για ιερέα από την Τσοπαλνάτα την έχουμε από το ημερολόγιο του Κασομούλη .
12 Απριλίου 1840. Την αυτήν ανέφερε ο λοχαγός Κρικούκης, ότι ο υιός του παπά ........ τού χωρίου Τζιομπαναλάτες τον εξύβρισε και ζήτησεν ικανοποίησιν ο χωρικός δεν ηρνήθη τούτο παρρησιασθείς ο συνταγματάρχης επρόσταξε να αναφέρει εγγράφως την κατηγορίαν του.
Απ’ ότι φαίνεται εδώ ο λοχαγός Κρικούκης που εκτελούσε περιπολία στην Τσοπαλνάτα για τον κίνδυνο των ληστών , παρεξηγήθηκε με τον γιο του Παπαστάθη Οικονόμου για άγνωστο λόγο και ο γιος του Παπαστάθη παραδέχτηκε την ενοχή του.
15 Μαΐου 1840. Την αυτήν κατά τάς 5 μ.μ.εκινήσαμεν και μετέβημεν εις το χωρίον Τζιομπαναλάτες εκαταλύσαμεν εις του παπά Στάθη την οικίαν.

Στις άδειες γάμου βλέπουμε ότι την περίοδο από το 1857 έως το 1869 ιερέας στην Τσοπαλνάτα ήταν ο Δημήτριος Κωνσταντίνου ,διατέλεσε ιερέας στην Τσοπαλνάτα πιθανόν έως τον Ιούνιο του 1887 όπου τον αντικατέστησε ο Γεώργιος Χρήστου από τις Κομποτάδες.

Ο Γεώργιος Χρήστου χειροτονήθη ιερέας στην Τσοπαλνάτα με την παρακάτω αλληλογραφία.
9 Μαρτίου 1887. α.α.39.Η κοινότητα Τσοπαλνάτας υπέβαλε αίτηση όπως εγκρίνεται εις χειροτονία του προτεινομένου εφημερίου Γεωργίου Χρήστου κατοίκου Κομποτάδων μετά των σχετικών έγγραφων.
20 Μαρτίου 1887 α.α.53 Απάντηση εις έγγραφων της επιτροπής ότι δεν εγκρίνει την εις πρεσβύτερα χειροτονία του Γεωργίου Χρήστου προτεινομένου εις χωριό Τσοπαλνάτες του δήμου Λαμίας.
Διότι το χωριό αυτό αποτελείται εξ οικογενειών 30-35 έχει εφημέριο τον Δημήτριο Κωνσταντίνου κατά τον ενοριακό πίνακα.
Διότι το απολυτήριο είναι ελλιπές ως φέρουν την υπογραφή ενός νέου μέλους της εφοριακής επιτροπής.
Διότι η ιδιόχειρος αναφορά του προτεινομένου δεν είναι επικυρωμένη από την επισκοπή και δε διότι πιστοποιητικό του αρμόδιου ταμείου δεν προσάγει.
Ιούνιος 1877. Α.α. 113. Ο επίσκοπος Θαυμακού πιστοποιεί ότι διά την υπ’ αριθμόν 505 εγκρίσεως της Ιεράς συνόδου ,ο προταθείς εις χειροτονείαν ιερέας κανονικός εφημέριος του χωριού Τσοπαλνατών της επαρχίας Φθιώτιδος του Δήμου Λαμίας Γεώργιος Χρήστου χειροτονείται υφ΄ημών υποδιάκονος ως διάκονος εις το του ιερέως αξίωμα εν τω ναό του Αγίου Γεωργίου. Διά δέδοντος αυτώ ως βεβαίωση ως ασφάλεια κατακυρωμένη τη διά ημών υπογραφή και σφραγίδα.
26 Ιουνίου 1887 α.α.112 Η σύνοδος εγκρίνει εις πρεσβυτέρου χειροτονία του διά το χωριό Τσοπαλνάτα προτεινομένου υποψηφίου Γεωργίου Χρήστου εκ Κομποτάδων είς αντικατάσταση του πρώην εφημερίου Δημητρίου Κωσταντίνου παραιτησαμένου.

 

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Λυγαριάς

Μετά το πέρας της επανάστασης και την δημιουργία του Ελληνικού κράτους στην επαρχεία Ζητουνίου υπήρχαν σαράντα εννέα χωριά ,τα τριάντα επτά ήταν τσιφλίκια ανάμεσα τους και η Τσοπαλνάτα τα οποία κατείχαν τούρκοι τσιφλικάδες και δώδεκα κεφαλοχώρια. Την εποχή της τουρκοκρατίας το τσιφλίκι της Τσοπαλνάτας άνηκε στην Σαϊδέ χανούμ κόρη του Βελή πασά , μαζί με το Κόμμα, τη Μεγάλη Βρύση ,το Αχλάδι και την Σουβάλα .
Τα χωριά τα οποία ήταν κτισμένα νότια του Σπερχειού ποταμού ονομάζονταν (εδώθε του Σπερχειού) και μετά την επανάσταση θεωρήθηκαν ((εθνικές γαίες)) διότι απελευθερώθηκαν κατά τον επαναστατικό αγώνα και στην αρχή απαγορευόταν η πώληση τους. Τα χωριά που ήταν κτισμένα βόρια του Σπερχειού ποταμού ονομάζονταν (εκείθε το Σπερχειού) η αγοροπωλησία επιτρεπόταν κανονικά διότι είχαν περιέλθει στο ελληνικό κράτος αντί χρηματικής αποζημίωσης ανερχόμενης στα σαράντα εκατομμύρια γρόσια, έπειτα από ειδική συμφωνία που έγινε στην συνθήκη του Λονδίνου.
Ο πρώτος τσιφλικάς της Τσοπαλνάτας ήταν ο Ευάγγελος Μπαλατσός με τους συντρόφους του .
Η αγοροπωλησία του τσιφλικιού της Τσοπαλνάτας έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1836 και στις δύο γλώσσες ελληνικά και τουρκικά ,οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στα δικαστήρια για της διάφορες προστριβές που προέκυψαν.
Ο Β. Μπαλατσός και οι σύντροφοι του αγόρασαν την Τσοπαλνάτα αντί 64.000 γρόσια και τρία ζευγάρια αντί 9 ή 10000 γρόσια και σύμφωνα με κάποιες άλλες πληροφορίες για 13000 γρόσια. Τα δύο ζευγάρια αγόρασε ο Δρόσος Μανσόλας και ένα ο Παπαστάθης . Εδω θα πρέπει να επισημάνουμε οτι δεν υπήρχε αγωνιστής Παπαστάθης Ίσως αυτός που αγόρασε το ένα ζευγάρι γης να ήταν ο ιερέας απο την Τσοπαλνάτα Ευστάθιος Οικονόμου.
Μετά από χρόνια μπήκαν καινούργια πρόσωπα στο τσιφλίκι. Πρώτος ο άλλος αγωνιστής του εικοσιένα Δημήτριος Λιάκος που έγινε και γαμπρός του Βαλατσού. Αργότερα ήλθε ο Γάτος από την ’μφισσα και οι συγγενείς και γαμπροί του οι οποίοι αγόρασαν ένα κομμάτι του τσιφλικιού.
Την ίδια εποχή στην Μπεκή τσιφλικάς ήταν ο Δημ. Κεμπρέκος και απότι φαίνεται ήταν σε συνεχείς προστριβές με τον Β. Βαλατσό για το θέμα του Μπεκιορέματος. Οι παραπάνω προστριβές συνεχίσθηκαν και μετά τον θάνατο των δύο τσιφλικάδων από τους εκάστοτε προέδρους των δύο κοινοτήτων.
Τελικά την λύση για το Μπεκιόρεμα την έδωσαν τα δικαστήρια γύρω στο 1950-60 την εποχή που στη Λυγαριά πρόεδρος ήταν ο Ευάγ. Λιάκος.

 

Λυγαριώτες αγωνιστές του 1821

Κανένας ερευνητής δεν αναφέρει κάποιον αγωνιστή από την Τσοπαλνάτα , όμως μετά το πέρας του απελευθερωτικού αγώνα ήλθαν στην Τσοπαλνάτα (Λυγαριά) αγόρασαν γη ή εγκαταστάθηκαν οι παρακάτω αγωνιστές.

Ευάγγελος Μπαλατσός. Στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν καπετάνιος πήρε μέρος στην επανάσταση καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα με δικό του σώμα αγωνιστών και αγωνίστηκε σε πολλές μάχες μαζί με άλλους αγωνιστές της περιοχής. Μετά την απελευθέρωση δεν εντάχτηκε στον τακτικό στρατό αλλά συνέχισε την αντάρτικη δράση του. Πριν ακόμη καθοριστούν τα ελληνοτουρκικά σύνορα σε συνεργασία με την ελληνική διοίκηση διατηρούσε δικό του σώμα με 250-300 άντρες ,σαν ανυπότακτος καπετάνιος και έκανε επιθέσεις στις τούρκικες περιοχές του Ζητουνίου. Έτσι έδινε το πρόσχημα στα ελληνικά στρατεύματα να περνάνε μέσα στο οθωμανικό έδαφος δήθεν για την καταδίωξη των ληστών.
Το 1832 ήταν διοικητής τάγματος οροφυλακής. Το 1846 ο Μπαλατσός σαν οπλαρχηγός, υπέγραφε τα πιστοποιητικά των αγωνιστών στα δικαιολογητικά που υπέβαλαν στην Επιτροπή Εκδουλεύσεως για αποζημίωση.
Πήρε μέρος στην εξέγερση της Ακαρνανίας το 1836 και στην εξέγερση κατά του Όθωνα το 1847-1848 .
Το 1854 η ελληνική διοίκηση τον τοποθέτησε σαν επικεφαλή στα αντάρτικα σώματα για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. 

Δρόσος Μανσόλας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλία το 1779, ήταν αγωνιστής ,πολιτικός ,υπουργός κ.λ.π. πήρε και αυτός μέρος στην επανάσταση από την αρχή έως το τέλος. 
Σπούδασε γιατρός στο πανεπιστήμιο της Γιένας με καθηγητή τον ποιητή Σίλερ, μιλούσε Γαλλικά Γερμανικά, και Ιταλικά. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και στάλθηκε στην Ελλάδα σαν απόστολος της, για να προετοιμάσει την επανάσταση.
Συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Οδυσσέα Αντρούτσο στις 13-3-1821 στην Ρωσική Πρεσβεία της Πάτρας και αποφασίζουν την πορεία του αγώνα της Ρούμελης. 
Τον Νοέμβριο του 1821 έγινε μέλος του (Αρείου Πάγου).Το 1822 παίρνει μέρος στο συμβούλιο των οπλαρχηγών στο Μπράλο για την επίθεση κατά του Ζητουνίου ,Πατρατζικίου και Στυλίδας. Ήθελε να έχει καθοριστική γνώμη για τα στρατιωτικά θέματα και να δίνει εντολές ακόμη και στον Οδ. Αντρούτσο πράγμα το οποίο δημιούργησε διχόνοιες και έχθρες μεταξύ τους. Με τους άλλους πολιτικούς δημιούργησε μέτωπο κατά των καπεταναίων με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ρήγμα ανάμεσα στους επαναστατημένους Έλληνες.
Το 1833 διορίστηκε διοικητικός τοποτηρητής (Νομάρχης) Ζητουνίου ,Μπουτουνίτσας ,και Ν. Πατρών με έδρα το Ζητούνι όπου εγκαταστάθηκε.
Το 1836-37 έγινε Υπουργός Εσωτερικών, Εκκλησιαστικών και Εξωτερικών. Στην Εθνοσυνέλευση του 1843-44 έγινε πληρεξούσιος του Ζητουνίου και το 1847-1856 έγινε Γερουσιαστής . Πέθανε το 1860. 
Μετά από χρόνια μπήκαν καινούργια πρόσωπα στο τσιφλίκι. Πρώτος ο άλλος αγωνιστής του εικοσιένα Δημήτριος Λιάκος που έγινε και γαμπρός του Βαλατσού. Αργότερα ήλθε ο Γάτος από την Άμφισσα και οι συγγενείς και γαμπροί του οι οποίοι αγόρασαν ένα κομμάτι του τσιφλικιού.

Ο Δημήτριος Λιάκος. Καταγόταν από το Καρπενήσι πήρε και αυτός μέρος σε όλη την διάρκεια του αγώνα. Ακολούθησε τον Γ. Καραϊσκάκη και πολέμησε στις μάχες Χαϊδαρίου , Αραχόβης , Αθήνας , Δίστομου, Κερατσίνι και Πειραιά διακρίθηκε δε στην β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου, μετά τον απελευθέρωση του απονεμήθηκε ο βαθμός του Υπαξιωματικού Β΄. Εγκαταστάθηκε και παντρεύτηκε στην Τσοπαλνάτα οι περισσότεροι απόγονοί του σήμερα ζουν στην Λυγαριά.

Χαρμπής ή Λαγός Κώστας. Αξιωματικός 7ης.
Καταγόταν από τα Άγραφα ,πήρε μέρος στον αγώνα από την αρχή έως το τέλος μαζί με τον αδερφό του Νίκο Χάρμπή χιλίαρχο και πολλούς συγγενείς του .Ακολούθησε τους οπλαρχηγούς Ι. Ρούκη ,Κ. Λιάκο , Ι.Φραγγίστα ,Ν. Πανουργιά ,Κομνά Τράκα, Βαγγέλη Βαλατσό και άλλους. Σε πολλές μάχες πολέμησε σαν επικεφαλής πολλών αγωνιστών. Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης του είχε ανατεθεί η φύλαξη της πόρτας του φρουρίου της Αθήνας. Το 1832 ονομάζεται λοχαγός του 4ου λόχου στο τάγμα του Βαγγέλη Βαλατσού της Οροφυλακής. Στις 7.3.1844 προήχθη σε ανθυπολοχαγό της φάλαγγας (εκλεκτός) και από την φαλαγγική προικοδότηση πήρε 3456 δρχ.με τις οποίες αγόρασε κτήμα στην Τσοπαλνάτα.
Η επιτροπή Εκδουλεύσεως στην πρώτη της συνεδρίαση τον κατάταξε σαν αξιωματικό 6ης τάξης και στη συνεδρίαση της 86/60 σαν αξιωματικό 7ης τάξης με Α.Μ. 457 και αρ.ν.μ .1937. Μετά το πέρας του απελευθερωτικού αγώνα εγκαταστάθηκε στην Λαμία. 

Ζαχαρίας Δ.Βελέντζας με τον βαθμό του στρατιώτου.
90509050
Ζυγούρης Δημήτριος Υπαξιωματικός.

Μπαλατσός ή Βαλατσός Χρίστος ,Υπαξιωματικός Ά. 
Στους Λυγαριώτες αγωνιστές αξίζει να αναφέρουμε τον Κωσταντίκο Δ. Λιάκο. 
Την εποχή που η Θεσσαλία ήταν υπό τουρκική κατοχή ο Κωσ. Λιάκος έχε πολύ καλές σχέσεις με τους Σπύρο Καλλιώρα και Κώστα Κατσαμάκη ή Κουμπάρο από το Δερβένι .Κάποια στιγμή αποφάσισαν να μπουν στην ένοπλη ομάδα του Λίγκα και του Φαρμάκι με σκοπό να μπούνε στην Θεσσαλία και να προκαλέσουν θέμα να ξεκινήσει η επανάσταση.
Ξεκινήσανε έχοντας μαζί τους αρκετούς άντρες από το περιοχή της Λαμίας, μπήκαν στην Θεσσαλία και φθάσανε στην Μάντρα Τρικάλων. Εκεί αποφάσισαν να κτυπήσουν μία χρηματαποστολή που μετέφερε φόρους, αλλά από τυχαίο γεγονός σκότωσαν έναν τούρκο που είχε πάει με το μουλάρι να μαζέψει ξύλα ,
μερικοί είπαν να φύγουν άλλοι είπαν να μείνουν εκεί ,κάποιοι από αυτούς φύγανε οι υπόλοιποι πέσανε να κοιμηθούνε, το πρωί όταν ξύπνησαν είδαν ότι ήταν περικυκλωμένοι από τούρκους στρατιώτες. 
Στην μάχη που ακολούθησε από τους περικυκλωμένους Έλληνες δεν γλίτωσε κανένας . 

Παλαιοί αξέχαστοι Τσοπαλναήτες.





Ο Μπαρπαλιάς ο Κοντογιώργος .

Τον Μπαρπαλιά είχα την τιμή και την τύχη να τον έχω γείτονα και να τον ξέρω καλά.
Ήταν ένας άνθρωπος ήσυχος στωικός σεβάσμιος και με πολύ υψηλό μορφωτικό επίπεδο για την εποχή του. 
Κατά την γνώμη μου ,στο χωριό, ήταν ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του και όχι μόνο.
Ήταν πολύ καλός συζητητής ήξερε να σε ακούει να σκέπτεται αυτά που του έλεγες δεν σε απόπαιρνε ποτέ και πάντα σου απαντούσε με εκείνη την χαρακτηριστική σοφία και στωικότητα που τον διέκρινε. 
Με τον Μπαρπαλιά καθόμασταν με τι ώρες και συζητούσαμε διάφορα θέματα, για την Λυγαριά , για τους Σαρακατσαναίους, για τους προγόνους μας και για την ζωή γενικότερα. Ποτέ δεν μου αρνήθηκε να συζητήσουμε οποιαδήποτε θέμα όσο βαρύ, σοβαρό και προσωπικό και αν ήταν και πάντα στο τέλος έκανε μια προσωπική εκτιμήσει για το θέμα της συζήτησης ,που πάντα την έπαιρνα υπόψη μου.
Ο Μπαρπαλιας αν και μεγάλος σε ηλικία σαν άνθρωπος ήταν πολύ ενημερωμένος για τα θέματα της σημερινή εποχής. 
Καποτε σηναντιθηκαμε στην Αθήνα στον σταθμό Λαρίσης ανεβαίνοντας και οι δυο για την Λαμία. Κάθονταν με την γυναίκα του την Κυρα Λένη σε ένα τραπέζι και συζητούσαν. Τους πλησίασα και τους χαιρέτισα, χαρήκανε τόσο πολύ που βρήκαν έναν χωριανό τους στην πρωτεύουσα που έκαναν σαν μικρά παιδιά . Ιδικά ο Μπαρπαλιας έκανε λες και ήταν έφηβος . Τις επόμενες τρεις ώρες που κρατείσαι το ταξίδι ,συζητήσαμε ,καλαμπουρίσαμε ,γελάσαμε , και στο τέλος άρχισε να μολογάει παλιές ιστορίες, για τα πρόβατα για τις στάνες για τους προγονούς του για τον παππού μου για την Λυγαριά κλπ. Για ποτέ φτάσαμε στην Λαμία δεν το καταλάβαμε. 
Τον θυμάμαι που ανεβοκατέβαινε πάνω κάτω στην στράτα με την γλίτσα στη μασχάλη και πήγαινε στο μαντρί που είχε στην άκρη του χωριού.
Μια μέρα όπως ανέβαινε στη στράτα πιάσανε συζήτηση με τον αδερφό μου τον Κώστα και τον ρωτάει ο αδερφός μου: 
-Μπαρπαλιά πόσο χρονών είσαι;
Ο Μπαρπαλιάς τον πλισιασε στο αφτί και κάτι του είπε και συνέχισε την πορεία του.
Ο αδερφός μου τα έβαλε στα γέλια.
Ρώτησα τον αδερφό μου τι του απάντησε. 
Του είπε ότι είναι 83 αλλά το λέω σιγά στο αυτί σου για μη το ακούσει ο θεός και τον θυμηθεί και τον πάρει.


Ο Γερομήτρος ο Καζανής

Πιστεύω ότι η πλέων χαρακτηριστική φυσιογνωμία των παιδικών μας χρόνων για τα παιδιά του πέρα μαχαλά ήταν ο Γερομήτρος ο Καζανής . 

Τι να πρωτοθυμηθεί κάποιος για τον σεβάσμιο γέροντα.
Καταρχάς ήταν ο αγαπημένος φίλος όλων των παιδιών. Με τα αστεία του, τα καλαμπούρια του και πάνω απ’ όλα τα σατιρικά του στιχάκια είχε κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό όλων μικρών και μεγάλων.
Θυμάμαι επίσης πώς όταν Γερομήτρος έβγαινε βόλτα τρέχαμε όλοι με χαρά από πίσω του.
Θα πρέπει να ήμουν πέντε ετών και με την παρέα μας βγαίναμε έξω από το χωριό ,από τον δρόμο που οδηγούσε στην Καμζόραχη . Λίγο πιο πάνω από το σπίτι του Κώστα του Παντζά στον ίσκιο μιας καναπίτσας ήταν ξαπλωμένος ο Γερομήτρος. Όλο χαρά τον πλησιάσαμε όλα τα λιανοπαίδια και τον παρακαλέσαμε να μας πει ένα τραγούδι. 
Και σεβάσμιος γέροντας χαμογελώντας μας είπε το παρακάτω.

Στην καλύβα μ’ ου καημένους 
ήμουνα σιγουρεμένος,
φύλαγα τα κερασάκια ,
μην τα φαν’ τα κοριτσάκια.
Έστησα ένα σιδεράκι
πιάνου μια απ’ του πουδαράκι.
Την τραβάου στην καλύβα 
σκούζει βα’ζει σαν την γίδα.
Έφτασαν πεντέξι χήρες 
μολου με τις φορτωτήρες.
Έφτασε και μια χοντρή. 
Μούκανε τα κόκαλα μου
μαλακά σαν την κοιλιά μου. 

Άλλη μια συνήθεια του σεβάσμιου γέροντα ήταν η χαρακτηριστική στάση που έπαιρνε όταν έπινε τον καφέ του.
Καταρχάς ήταν πάντα με το χαμόγελο στο στόμα ,θυμάμαι όταν επισκεπτόταν τα διάφορα νοικοκυριά και τον ρώταγαν οι νοικοκυρές : θα πιεις καφέ Μπαρπαμήτρο χαμογελώντας της έλεγε να τον φτιάξει. Και όταν του έφερναν , έβαζε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και τοποθετούσε το φλιτζάνι με τον καφέ πάνω στο γόνατο του. Και σιγά –σιγά τον έπινε και με το χαμόγελο πάντα στο στόμα μολόγαγε τα δικά του.
Αξέχαστος γέροντας



Ο Θωμάς ο Καραχρήστος.

Ο Θωμάς ο Καραχρήστος ήταν ένας από τους πιο συμπαθείς γέροντες του χωριού μας.

Του άρεσε πάρα πολύ να ασχολείται με τα φυτά και τα δέντρα και επίσης ήθελε να είναι πάντα σε επαφή με τη φύση.
Επίσης του άρεσε πάρα πολύ να φτιάχνει κρασί. Μάλιστα το κρασί του ήταν ένα από τα καλύτερα γιατί το έφτιαχνε με 
πολύ μεράκι και προσοχή και αυτό να φαινόταν στη γεύση του κρασιού. Ενας άλλος λόγος που ήταν πολύ συμπαθείς στο
χωριό ήταν ότι φρόντιζε με όλη του την ψυχή το εκκλησάκι του χωριού μας την Παναγία. Είχε φυτέψει όλων των ειδών 
τα δέντρα και είχε ομορφήνει πάρα πολύ τον τόπο. Είχε φροντίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια και πραγματικά το 
εκκλησάκι αυτό είναι το στολίδι του χωριού μας.
Ο παππούς ο θωμάς ήταν πολύ εργατικός άνθρωπος. Δούλευε στα χωράφια μέχρι τα τελευταία του και πάντα με πάρα πολύ
ζήλο. Δεν άφηνε κανένα να κάνει τις βαριές δουλειές για να μην κουράστει! Ήθελε να μην κουράζει τους δικούς του ανθρώπους για να τους έχει μετά ξεκούραστους για να πιούνε τα κρασάκια τους! 
Είχε πολεμήσει στον πόλεμο με τους Ιταλούς στα ελληνοαλβανικά σύνορα και μάλιστα θυμάμαι όταν ήμουνα μικρός τον έβλεπα να σκεπάζει τα πόδια του με μία κουβέρτα καθώς καθόταν στον καναπέ. Όταν τον ρωτούσα γιατί σκέπαζε τα πόδια του, μου έλεγε ότι του είχε μείνει κουσούρι από τον πολεμο στα χιόνια και έλεγε χαρακτηριστικά ότι << άξιζε τον κόπο γιατί τους φάγαμε! >>. 
Οι περισσότεροι από τον χωριό μας θα τον θυμούνται να πηγαίνει στη Λαμία με το λεωφορείο για ψώνια κάθε Σάββατο
και μετά να κάθεται στο καφενείο. Επίσης κάθε Κυριακή ήταν στην εκκλησία και βοηθούσε και κάθε φορά που έφτανε το Πάσχα
έβαζε μύρο και έδινε βάγια στους χωριανούς.
Του άρεσαν πάρα πολύ τα δημοτικά τραγούδια και όποτε άκουγε ένα ξεκινούσε να το τραγουδάει! Θυμάμαι ότι το αγαπημένο του ήταν αυτό που έλεγε για την ανθισμένη αμυγδαλιά. Καθόταν ώρες ατελείωτες και ακούγε τέτοια τραγούδια! Ο παππούς ο Θωμάς ήταν ένας άνθρωπός αυθόρμητος και πολύ ζεστός με τους γύρω του. Θα τον θυμάμαι για πάντα γιατί όταν γερνούσε δεν το έβαζε κάτω και σπάνια γκρίνιαζε για κάτι αλλά προσπαθούσε πάντα να απολαμβάνει αυτά που διαθέτει._

Ο Ορυκτός πλούτος της Λυγαριάς

Εδώ θα δούμε στις προσπάθειες που έγιναν τον περασμένο αιώνα για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Λυγαριάς και της Αγριελιάς.
 Δίνεται δικαίωμα εκμετάλλευση χρωμίου στην περιφέρεια του χωριού Μπεκή και Δαϊτσάς επί στρεμμάτων 2068 δια Β.Δ. ΤΗΣ 1 Οκτωβρίου 1872.
(Φ.Ε.Κ.0Παραχωρήται στον Στ .Δούκα κ.ά. δικαίωμα ((διηνεκούς εκμεταλλεύσεως μαγγανίου κατά το χωριό Τσουκαλάτες του δήμου Λαμίας και καθ' όρια τα εξής: Ανατολικώς Μύτικαν Ζούπορνου, Παλαιόκαστρο και μεσαίαν Πέτραν. Δυτικώς Δρυμαρρόρεμα και Βαθύρεμα. Αρκτικός, Πλάτανον του Μύλου του Ντίνου ,Μελισοράχη και πορδοράχη, άκρη της μεσαίας Πέτρας και Μεσημβρινώς πλάτανον της βρύσης εντός του βαθυρέματος ερείπιον Αγίου Γεωργίου , δρόμον Λαμίας μεσημβρινώς του Χωριού και Μύτικα του Ζούπουρνου)).
Στ' ανωτέρω όρια του χωριού Τσομπαλάτες. Το δικαίωμα μαγγανίτη παραχωρήθηκε και στον Ν. Ζητουνιάτη. ((ΦΕΚ. 398/ Ά της 6-11-1926)).
 Δίνεται δικαίωμα εκμετάλλευση Χαλκού στην περιφέρεια του χωριού Τσοπανλάταις επί 10033 στρεμμάτων δια της Β.Δ. της 21 Ιουλίου 1876 .

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Η Μάχη της Λυγαριάς

Γράφει
ο ιατρός ακτινολόγος
Κωνσταντίνος Ηλία Παλιαλέξης

Όσα θυμάμαι από τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε στο χωριό μου.


Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ μπροστά στο τζάκι του σπιτιού μου στην Λυγαριά. Το κρύο έξω ήταν διαπεραστικό ,έκανε τους χωριανούς να μαζευτούν γρήγορα στα σπίτια τους και μόνο κάποιοι έκαναν παρέα ,ρίχνοντας που και που κανένα ξύλο στη σόμπα του καφενείου του χωριού, αναπολώντας τα περασμένα ή ποιος ξέρει ίσως και σκεπτόμενοι τα μελλούμενα&#8230;
Μοναδική μου συντροφιά ,αφού όλοι είχαν πάει για ύπνο ,ήταν οι φλόγες στο τζάκι που τρεμόπαιζαν και μια γλυκιά θαλπωρή τύλιγε το δωμάτιο.
Τότε άρχισε να ξετυλίγετε το κουβάρι των αναμνήσεων .Σαν αστραπή που γεννιέται και αργεί όμως να σβήσει στον ουρανό ,άρχισαν οι θύμησες να έρχονται όλες μαζί μέσα στο μυαλό μου, που όμως κατάφερα τελικά να τις βάλω σε σειρά.
Θυμάμαι το 1944 που ήμουν τεσσάρων ετών προς το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου και εν συνεχεία κατά τον εμφύλιο πόλεμο , την επίθεση που έκαναν οι κομουνιστές αντάρες εναντίων του χωριού μου, προκειμένου να το καταλάβουν ,δεδομένου ότι οι κάτοικοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν αντιθέτων φρονημάτων. Υπεύθυνοι για την παρακολούθηση του χωριού ,την φύλαξη της σιδηροδρομικής γραμμής και τω γεφυρών αυτής από τυχών σαμποτέρ αντιστασιακούς ήταν οι Γερμανοί Helmout και Frits μαζί με μερικούς άλλους γερμανούς και ιταλούς .Κατοικούσαν δε αυτοί σε ένα σπίτι που είχαν φτιάξει δίπλα στην σιδηροδρομικό σταθμό της Λυγαριάς. Κατά διαστήματα επισκέπτονταν το χωριό και μάλιστα το καφενείο ,που τότε ήταν στο κέντρο της σημερινής πλατείας του χωριού μας.
Το μοναδικό καφενείο μας είχε συντροφιά τις μεγάλες μουριές που χάριζαν τον ίσκιο στους χωριανούς αλλά και μια βρύση στην πάνω γωνιά της πλατείας που με την σειρά της εξυπηρετούσε όλο το χωριό.
Η συμπεριφορά των Ιταλών ,σαν πιο θερμόαιμοι ,δεν ήταν και τόσο καλή. Επιδίδονταν σε μικροκλοπές και σεξουαλικές παρενοχλήσεις των κοριτσιών του χωριού με αποτέλεσμα εάν βέβαια το εκάστοτε (θύμα) το καταμαρτυρούσε αυτό στους υπεύθυνους Γερμανούς .Οι Γερμανοί να εξετάζουν τον καταγκέλοντα, να αποκαθιστούν την αδικία και να τιμωρούν τους ζωηρούς Ιταλούς. Μεμονωμένα περιστατικά έχω να αναφέρω ,αλλά νομίζω ότι δεν αξίζει τον κόπο να γραφτούν εδώ.
Αντιστασιακή δράση είχαν οι χωριανοί . Ήταν κυρίως σαμποτέρ που έβαζαν εκρηκτικά στις ράγες των σιδηροδρομικών γραμμών με αποτέλεσμα να εκτροχιάζονται γερμανικά τραίνα. που τα βαγόνια τους περιείχαν έμψυχο αλλά και άψυχο υλικό και έτσι καθυστερούσαν τις μεταφορές. Άλλοτε πάλι ενεργούσαν σαν σαλταδόροι . Ανέβαιναν πάνω στο τραίνο και άδειαζαν τα βαγόνια από το περιεχόμενο τους όπλα, πολεμοφόδια, ρουχισμό, τρόφιμα και οτιδήποτε άλλο υπήρχε μέσα σ' αυτά.
Πρωτεργάτες της αντιστασιακής δράσης ήταν τα παιδιά του Δημητρίου Μπουλουκούτα , γιαυτό κάποιο βράδυ μια ομάδα Γερμανών έστησε ενέδρα στο εικονισματάκι που βρίσκεται σήμερα δίπλα από την εκκλησία της Παναγιάς στο συνοικισμό και σκότωσαν τον Χρίστο Μπουλουκούτα.
Όμως η καρδιά του Έλληνα πατριώτη άντεξε λίγο πριν ξεψυχήσει ,έριξε μια χειροβομβίδα προς το μέρος των Γερμανών και σκότωσε τον επικεφαλή τους που ήταν ο Frits .Το τι επακολούθησε; Οι Γερμανοί έκαψαν τα σπίτια των Μπουλουκουταίων.
Η νύχτα προχωράει αλλά η φωτιά στο τζάκι αγκαλιάζει με λαχτάρα το ξύλο που μόλις τώρα έβαλα , σαν να μου λέει συνέχισε εγώ είμαι εδώ για να σου κάνω παρέα.
Έφτασε και η ποθητή απελευθέρωση από τους Γερμανούς αφού απέσυραν τα στρατεύματα τους από την Ελλάδα , συνεχίστηκε όμως ένας χειρότερος πόλεμος , ο εμφύλιος. Μετά την απελευθέρωση η μικρή ομάδα των αντιστασιακών του χωριού ,ενώθηκε με άλλες ομάδες διπλανών χωριών και ακολούθησαν και αλλά άτομα. Ορισμένοι από αυτούς προσήλθαν και ενσωματώθηκαν οικειοθελώς , πολλοί δε επιστρατεύτηκαν και με την υποστήριξη του τακτικού στρατού συγκεντρωθήκανε σε 200 και πλέων άτομα , με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Βουρλάκη και υπαρχηγό τον Αθανάσιο Μπουλουκούτα.
Ο εμφύλιος ξεκίνησε και η ομάδα του Κ. Βουρλακη , με δεξιά θέση και με την υποστήριξη του τακτικού στρατού δρούσε στην ευρύτερη περιοχή της Λαμίας και έδινε σκληρές μάχες με αριστερές ομάδες που δρούσαν επίσης στην ίδια περιοχή με φοβερές απώλειες εκατέρωθεν σε έμψυχο υλικό και άλλου είδους βιαιοπραγίες . Η ομάδα του Βουρλακη - Μπουλουκούτα είχε επίκεντρο την Λυγαριά .Οι αριστερές δυνάμεις είχαν μεγάλες απώλειες από την ομάδα αυτή και γιαυτό σχεδίαζαν να επιτεθούν εναντίων του χωριού , να καταλάβουν και να διαλύσουν την ομάδα αυτή και έτσι οι δυνάμεις τους να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στη Λαμία.
Μεγάλη ανασφάλεια και φοβία κατείχε όλους τους χωριανούς ,οι οποίοι επειδή προέβλεψαν την πιθανότητα επίθεσης των αριστερών δυνάμεων στο χωριό ,έλαβαν μέτρα αμυντικά για την προφύλαξη τόσο του χωριού όσο και των γυναικόπαιδων.
Επικρατούσε πολύ έντονα εκείνη την εποχή ο φόβος ότι θα έρθουν οι αντάρτες και θα κάψουν τα σπίτια και θα μας σφάξουν. Κάθε τόσο διαδόσεις έλεγαν πως έρχονται οι αντάρτες ,το χωριό άδειαζε ,το σχολείο έκλεινε και ο κόσμος έτρεχε προς τον κάμπο να προφυλαχτεί.
Το δημοτικό σχολείο υπολειτουργούσε . Για λίγα χρόνια λειτουργούσε τρεις μήνες μόνο τον χρόνο και τον δάσκαλο τον πλήρωναν οι γονείς των παιδιών.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν πολλές σχολικές χρονιές και όσα παιδιά τελείωναν εκείνη την εποχή το δημοτικό σχολείο να έχουν πάρα πολλές ελλείψεις μεταξύ δε αυτών και εγώ.
Επειδή εκείνα τα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα με τον αγώνα της επιβίωσης ,πολλά παιδιά δεν πήγαιναν καθόλου σχολείο και από πολύ μικρά μπήκαν στην παραγωγή ή ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και την γεωργία.
Άκουγες γονείς να λένε ( Το έκοψα το παιδί από το σχολείο γιατί δεν έπαιρνε τα γράμματα ). Μα πώς να τα πάρει τα γράμματα χωρίς δάσκαλο ,χωρίς κανένα κίνητρο και αγράμματους γονείς; Γι αυτό δεν σπούδαζαν πολλά δυνατά μυαλά ,ενώ θα έπρεπε.
Το κρύο έχω έγινε πιο τσουχτερό . Η ψυχή μου γεμάτη με ανάμικτα συναισθήματα . Ένα ποτήρι κρασί μαζί με τις φλόγες στο τζάκι ,ζεσταίνουν γλυκά το κορμί μου και την μνήμη μου και την προτρέπουν να συνεχίσει.
Το χωριό έπρεπε να προφυλαχτεί . Έτσι οι χωριανοί μου, καταρχάς , συρματοπλέξανε με αγκαθωτό σύρμα και ναρκοθετήσανε περιμετρικά το χωριό ,αφήνοντας πέντε- έξη εισόδους τις οποίες όμως το βράδυ κλείνανε και ναρκοθετούσαν επίσης. Για κάποια περίοδο και κατά μήκος του συρματοπλέγματος είχαν τοποθετήσει προβολείς , που τροφοδοτούσε ειδική γεννήτρια με ηλεκτρικό ρεύμα . Μέσα από την περίφραξη δε, είχαν φτιάξει τα χαρακώματα ,βαθιά χαντάκια ,σε απόσταση μεταξύ τους περίπου 150 μέτρων , τα οποία δεν ήταν σκεπασμένα. Μέσα στα φυλάκια αυτά διανυκτέρευαν όλοι οι άντρες άνω των 15 ετών , με βροχές με ζέστη ,με κρύο ,και ανά τρίωρο ένας, ένας έμπαινε σκοπιά. Μπορεί να φανταστεί κανείς και να καταλάβει ,μετά από την εξαντλητική κούραση στις δουλειές την ημέρα, το βράδυ να έχουν εκτός από τον φόβο και τη αϋπνία και την σκοπιά. .Σαν τι ύπνο να κάνουν μέσα στα χαρακώματα.
Ένα βράδυ που έβρεχε ο Γιώργος Καλλιώρας του Δημητρίου για να φυλάξει το όπλο του να μην βραχεί προσπάθησε να το βάλει κάτω από την κάπα του. Αυτό εκπυρσοκρότησε και τον χτύπησε στην κοιλιά . Τότε τον πήρε ο πατέρας μου ο Ηλίας Ιωάννου Παλιαλεξης που ήταν στο ίδιο φυλάκιο, τον έβαλε πάνω στο άλογο και τον πήγαινε νύχτα στο νοσοκομείο Λαμίας.
Καθ' οδών όμως και λίγο πιο πέρα από την Αγριελιά ,δυστυχώς ξεψύχησε.
Όλοι εμείς που κατοικούσαμε στον συνοικισμό (στα βλάχικα) ,ήμασταν υποχρεωμένοι κάθε βράδυ να πηγαίνουμε στο συρματοπλεγμενο χωριό και εκεί να μας φιλοξενούν για ύπνο οι συγχωριανοί. Την ημέρα που έφευγαν οι μεγάλοι για τις δουλειές ,εμείς τα μικρά παιδιά τότε πηγαίναμε στα χαρακώματα και βλέπαμε ότι υπήρχαν μέσα πάρα πολλά όπλα (αραβίδες, Μαουζερ, οπλοπολυβόλα, αυτόματα, πιστόλια, κιβώτια με χειροβομβίδες και φυσίγγια). Κλέβαμε δε πιστόλια και κυρίως φυσίγγια που ανάβαμε φωτιές και τα ρίχναμε μέσα γιατί μας άρεσε να ακούμε τους κρότους από την εκπυρσοκρότηση αυτών λόγω θερμοκρασίας , ή αφαιρούσαμε το βόλι τους και μαζεύαμε το μπαρούτι είτε υπό μορφή σκόνης είτε υπό μορφή σχήματος μακαρονιού που περιείχε μέσα και με το μπαρούτι αυτό ανάβαμε φωτιές.
Το 1947 που ήμουν ήδη επτά ετών , μαζί με τον αδερφό μου Γιάννη και τον ξάδερφο μου Ιωάννη Κ. Παλιαλέξη ,μας έπαιρνε κάθε βράδυ ο παππούς μου Ιωάννης Παλιαλεξης και μας πήγαινε στον κάμπο και επιστρέφαμε το πρωί στο χωριό .
Στον κάμπο πηγαίναμε για λόγους ,πρώτον για ασφάλεια και δεύτερον για να βοσκήσουν τα άλογα στις καλαμιές.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1947 ,έκαναν επίθεση οι αντάρτες να καταλάβουν το χωριό Αρχηγός τους ήταν ο καπετάν Φεγκάρης όπως έλεγαν. Κατά καλή μας τύχη όμως χίλια μέτρα περίπου πιο πάνω από το χωριό έβοσκε τα γίδια του ένας χωριανός μας ο Γιάννης ο Κουκούλης εάν θυμάμαι καλά. Τον έπιασαν οι αντάρτες και τον πήραν μαζί τους να τους υποδείξει από πού είναι εύκολο πέρασμα για να μπουν στο χωριό. Αυτός όμως τους ξέφυγε και τρέχοντας ειδοποίησε τους χωριανούς να ετοιμαστούν να αντιμετωπίσουν την επίθεση των ανταρτών. Φεύγοντας αυτός οι αντάρτες δεν τον πυροβόλησαν να τον σκοτώσουν ,για να μην ακουστεί ο κρότος του όπλου στο χωριό και ετοιμαστούν οι χωριανοί . Υπολογίζοντας πως δεν θα πήγαινε στο χωριό διότι οι διαταγές εκεί ήταν αυστηρές. Μόλις έκλειναν οι αμπάρες των εισόδων και κάποιος πλησίαζε προς αυτές να πυροβολείται.
Εγώ εκείνο το βράδυ με τον παππού μου , τον αδερφό μου τον Γιάννη και τον ξάδερφο μου, επίσης Γιάννη ,βρισκόμασταν 200 μέτρα περίπου κάτω από την σιδηροδρομική γραμμή, στο περιβόλι.
Κατά τις 11 με 12 η ώρα το βράδυ άρχισε η μάχη στο χωριό . Ο κρότος από τους πυροβολισμούς ήταν μεγάλος. Ισχυροί κρότοι από χειροβομβίδες , φωτοβολίδες, τροχιοδεικτικές σφαίρες , φωτιά μεγάλη στο νότιο μέρος του χωριού. Δυνατές φωνές αντρικές και γυναικείες που ακούγονταν από τις ντουντούκες (ειδικά χωνιά.).
Οβίδες που έριχναν περιμετρικά του χωριού από την Λαμία για υποστήριξη. Σκέτη κόλαση . Η μάχη αυτή κράτησε μέχρι τις τρεις το πρωί περίπου.
Στο νότιο μέρος του χωριού ήταν αλώνια και οι αχυρώνες με τα άχυρα και διάφορους σανούς για την κτηνοτροφία και για την τροφή των άλογων. Οι χωριανοί βάλανε φωτιά στις θημωνιές ,στα άχυρα και στους αχυρώνες ώστε να υπάρχει φωτισμός και να είναι δύσκολα προσπελάσιμο το μέρος από τους αντάρτες.
Γύρω στις τρεις το πρωί ,οι αντάρτες λύσανε την πολιορκία του χωριού και φύγανε με κατεύθυνση προς βορά. Εκατό μέτρα δυτικά από εκεί που βρισκόμασταν εμείς με τον άπου , είχαν σταθμεύσει αυτοκίνητα Τζέϊμς με φαντάρους που είχαν σταλεί από την Λαμία για ενίσχυση, ανεβαίνοντας προς το χωριό από την Αμουριόστρατα. Όμως στο χωριό φθάσανε αφού είχε τελειώσει η μάχη.
Κατά τις επτά το πρωί ,ανηφορίσαμε και εμείς προς το χωριό και θυμάμαι , ο παππούς μας είπε: (( Πάμε τώρα πάνω να δούμε εάν ζει κανείς στο χωριό ή τους σφάξανε όλους)).
Ανεβαίνοντας επάνω μας σταμάτησαν στη σιδηροδρομική γραμμή δυο φαντάροι για εξακρίβωση και εκεί μας ενημέρωσαν ότι στο χωριό είναι όλοι ζωντανοί ,δεν έπαθε κανένας τίποτα και να μην ανησυχούμε.
Το τσουχτερό κρύο έξω και ο παγωμένος αέρας που φλερτάρει ντροπαλά με τα δέντρα , κρατάνε τα μάτια μου ανοιχτά και το μυαλό μου να μου φέρνει όλο και περισσότερα .
Θέλω να θυμηθώ κι άλλα.
Σαν φτάσαμε στο σπίτι βρήκαμε εκεί την μάννα μου τρομαγμένη , να κρατάει στην αγκαλιά τον μικρό μου αδερφό τον Νίκο που ήταν τότε δύο ετών. Εκείνο το βράδυ δεν είχε πάει ούτε εκείνη ,ούτε οι άλλες οικογένειες του συνοικισμού στο συρματοπλεγμενο συνοικισμό και ο θεός φύλαξε και οι αντάρτες δεν ανοίξανε να μπουν σε κανένα σπίτι μέσα. Τότε μάθαμε πως μόνο ένας χωριανός είχε σκοτωθεί .
Ο Δημήτρης Κοτσανής ο οποίος είχε φύγει από το σπίτι του για οικογενειακούς λόγους ,είχε ενσωματωθεί με τους αντάρτες και το βράδυ εκείνο της επίθεσης ήταν μαζί τους. Ένας άλλος χωριανός τραυματίστηκε επίσης ελαφρά , ο Βασίλειος Μπασούρας. Όπως διαδόθηκε οι αντάρτες είχαν πολλές απώλειες . Δεκαεπτά νεκρούς και πολλούς τραυματίες . Δυο νεαρά άτομα από το χωριό κόψανε τα κεφάλια των σκοτωμένων ,(εμείς τα μικρά παιδιά τους ακολουθούσαμε και ψάχναμε να βρούμε σκοτωμένους), τα έβαλαν επάνω σε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα πήγανε στην Λαμία ,πιθανών για εξακρίβωση.
Το θέαμα ήταν φρικτό ,αποτρόπαιο ,ανατριχιαστικό ,αηδιαστικό, λυπηρό. Θα μείνει χαραγμένο βαθιά στην μνήμη μου ως η χειρότερη ανάμνηση της ζωής μου.
Την μεγάλη επίθεση και την μεγαλύτερη πίεση ,δέχτηκε το βόρειο και δυτικό μέρος του χωριού. Το νότιο λόγω της φωτιάς εξασφαλίστηκε κάπως , ενώ το ανατολικό προφυλάχτηκε λίγο ,λόγω τις ρεματιάς.
Δεν αναφέρομαι σε λεπτομέρειες ενεργειών ούτε σε πρόσωπα ούτε τι προσέφερε ο καθένας για να μην ηρωποιήσω ορισμένους και αδικήσω άλλους.
Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο του εμφυλίου πόλεμου το χωριό μας δεν υπέστη μεγάλες απώλειες ούτε σε έμψυχο αλλά ούτε σε άψυχο υλικό συγκριτικά πάντα με άλλα χωριά της περιοχής μας που υπέστησαν μεγάλες και ανεπανόρθωτες καταστροφές.
Με το τέλος βέβαια του εμφύλιου επεκράτησε ηρεμία στο χωριό και ακολούθησε μεγάλη πρόοδος.
Η φωτιά στο τζάκι σιγοσβήνει . Έξω άρχισε δειλά δειλά να χαράζει και η νύχτα να δίνει την θέση της στο κρύο, μουντό, χειμωνιάτικο πρωινό . Οι αναμνήσεις μένουν καλά κρυμμένες μέσα μου για να με αφήσουν να ησυχάσω και να κοιμηθώ μετά την τόσο ωραία αναδρομή στα περασμένα με την ευχή να επικρατεί πάντα ησυχία γαλήνη και ευημερία στον τόπο μας.